Η πολεμική βιομηχανία και το ποσοστό κέρδους

«Ο διαρκώς εντεινόμενος ανταγωνισμός του καπιταλιστικού κόσμου προσφέρει ένα πρώτης τάξεως πεδίο συσσώρευσης.» Ρόζα Λούξεμπουργκ

Θα έμοιαζε ίσως λογικό για μια ανάλυση του θέματος των εξοπλισμών, να ξεκινήσει από κάποιες εκτιμήσεις για τους διπλωματικούς και στρατιωτικούς ανταγωνισμούς, τους συσχετισμούς δύναμης ανάμεσα στους στρατούς της περιοχής, κλπ. Ωστόσο, μια τέτοια προσέγγιση δε φαίνεται ικανή να συλλάβει συνολικά την πραγματικότητα μέσα σ' ένα κόσμο που συμπληρώνει τέσσερις δεκαετίες "ένοπλης ειρήνης" με πρωτοφανή επίπεδα εξοπλισμών. Ποτέ άλλοτε οι εξοπλισμοί δε βρίσκονταν σε τέτοια ύψη για τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα, τόσο αυτονομημένοι από την ίδια τη χρησιμοποίησή τους για διεξαγωγή πολέμου και τόσο δεμένοι με τις οικονομικές εξελίξεις. Μια απλή ματιά στα οπλοστάσια και στη συμμετοχή τους στην παραγωγή σε Ανατολή και Δύση αποκαλύπτει αμέσως ότι ζούμε επί δεκαετίες σε ένα διαρκές καθεστώς πολεμικής οικονομίας, ενώ τα οπλικά συστήματα ξεπερνιούνται και παραχωρούν τη θέση τους σε νέα, πιο προχωρημένα, πολλές φορές χωρίς να έχουν μπει ούτε μια φορά σε μάχη. Για παράδειγμα, τα αεροπλάνα που μελετάει αυτή τη στιγμή η ελληνική κυβέρνηση (F16, Mirrage 2000, F18) άρχισαν γύρω στα τέλη της δεκαετίας του '70 να αντικαθιστούν στις χώρες του ΝΑΤΟ την προηγούμενη γενιά αεροπλάνων, τα περιβόητα "ιπτάμενα φέρετρα" (F104Starfighter), τα οποία ποτέ δεν δοκιμάστηκαν σε πραγματική σύγκρουση.

Η εύκολη εξήγηση που δίνεται τις πιο πολλές φορές είναι η δύναμη του "λόμπι" της πολεμικής βιομηχανίας. Οι πανίσχυρες Λόκχιντ, Τζένεραλ Νταϊνάμικς, κλπ προκαλούν νέους γύρους εξοπλισμών για να πουλήσουν τα προϊόντα τους. Όμως, κάθε καπιταλιστής, ανεξάρτητα από το τι παράγει, επιδιώκει το ίδιο. Γιατί άραγε το λόμπι της πολεμικής βιομηχανίας είναι πιο αποτελεσματικό από το λόμπι των βιομηχανιών τροφίμων; Γιατί η καπιταλιστική ανάπτυξη πήρε τη μορφή καθεστώτος διαρκούς πολεμικής οικονομίας, αντί να βρεθεί κάποιος άλλος κλάδος της παραγωγής σε αυτή τη θέση; Η απάντηση είναι ότι υπάρχει μια ιδιαίτερη σχέση των εξοπλισμών με την καπιταλιστική συσσώρευση.

Η πρώτη απόπειρα μιας τέτοιας ανάλυσης ανήκει στη Ρόζα Λούξεμπουργκ. Στις αρχές του αιώνα, καθώς πλησιάζει ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος, οι εξοπλισμοί κλιμακώνονται ραγδαία. Σύμφωνα με ορισμένους ακαδημαϊκούς "μαρξιστές" της Β΄ Διεθνούς, η ανάπτυξη της πολεμικής βιομηχανίας φέρνει κέρδη για μια ομάδα καπιταλιστών, αλλά ζημιώνει όλους τους άλλους. (Και σήμερα δε λείπουν οι ρεφορμιστές που προσπαθούν να πείσουν τους καπιταλιστές ότι έχουν κοινό συμφέρον με τις "άλλες τάξεις και στρώματα" να αρνηθούν τις πολεμικές δαπάνες). Η Ρόζα Λούξεμπουργκ επικρίνει αυτές τις αντιλήψεις. Το τελευταίο κεφάλαιο του βιβλίου της Η συσσώρευση του Κεφαλαίου έχει τον τίτλο "Ο Μιλιταρισμός σαν πεδίο της συσσώρευσης". Ήδη από τις πρώτες αράδες ξεκαθαρίζει ότι πέρα από τη σημασία του μιλιταρισμού σαν στρατηγικό όπλο για την επιβολή των καπιταλιστών στις συγκρούσεις μεταξύ τους, αλλά και την κατάκτηση αποικιών, υπάρχει η καθαρά οικονομική σημασία του μιλιταρισμού "σαν βασικό μέσο για την πραγμάτωση της υπεραξίας της πολεμικής βιομηχανίας". Έστω κι αν οι εξισώσεις που δίνει η Λούξεμπουργκ για τις σχέσεις ανάμεσα στην Παραγωγή Μέσων Παραγωγής (Τμήμα Ι), την Παραγωγή Μέσων Κατανάλωσης (Τμήμα ΙΙ) και την παραγωγή πολεμικών εφοδίων είναι λαθεμένες, η ανάλυσή της δίνει μια πρώτη διεισδυτική ματιά για την ξεχωριστή σημασία αυτού του τρίτου τομέα παραγωγής για τη συνολική συσσώρευση:
«Με τη μορφή κυβερνητικών παραγγελιών για στρατιωτικά εφόδια, η διασκορπισμένη αγοραστική δύναμη των καταναλωτών συγκεντρώνεται σε μεγάλες ποσότητες και, απαλλαγμένη από τις αοριστίες και τις υποκειμενικές διακυμάνσεις της προσωπικής κατανάλωσης, επιτυγχάνει ένα σχεδόν αυτόματο ρυθμό και μια τακτική ανάπτυξη. Το ίδιο το κεφάλαιο τελικά ελέγχει αυτή την αυτόματη και ρυθμική κίνηση της μιλιταριστικής παραγωγής μέσα από τη νομοθετική εξουσία και τον Τύπο, που ρόλο του έχει τη διαμόρφωση της λεγόμενης "κοινής γνώμης". Γι' αυτό, το συγκεκριμένο πεδίο καπιταλιστικής συσσώρευσης αρχικά μοιάζει να είναι ικανό για απεριόριστη επέκταση. Όλες αυτές οι απόπειρες για επέκταση αγορών και τη δημιουργία λειτουργικών βάσεων για το κεφάλαιο εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από ιστορικούς, κοινωνικούς και πολιτικούς παράγοντες έξω από τον έλεγχο του κεφαλαίου, ενώ η παραγωγή από το μιλιταρισμό αντιπροσωπεύει ένα πεδίο του οποίου η τακτική και σταδιακή επέκταση μοιάζει να καθορίζεται κύρια από το ίδιο το κεφάλαιο.
Με αυτό τον τρόπο το κεφάλαιο μετατρέπει την ιστορική ανάγκη σε πλεονέκτημα: ο διαρκώς εντεινόμενος ανταγωνισμός του καπιταλιστικού κόσμου προσφέρει ένα πρώτης τάξεως πεδίο συσσώρευσης.»
Αυτά τα σχεδόν προφητικά λόγια, ωστόσο, ξεχάστηκαν. Στη διάρκεια του μεσοπολέμου, ιδιαίτερα μετά το κραχ του 1929, ο καπιταλισμός είναι βυθισμένος στην πιο μεγάλη κρίση και οι αναζητήσεις δεν στρέφονται προς τους μηχανισμούς καπιταλιστικής ανάκαμψης, αλλά προς τους μηχανισμούς της κρίσης. Τα διαγράμματα της Ρόζας για τη διευρυμένη αναπαραγωγή είναι λαθεμένα και η θεωρία της καταδικάζεται σαν "καταστροφολογική". Πρόκειται για μια ακαδημαϊκή ρετσινιά που για πολλά χρόνια θα συνοδεύει τις σταλινικές βρωμιές σε βάρος της.

Στο μεταξύ, μια άλλη παρουσίαση των διαγραμμάτων της διευρυμένης αναπαραγωγής, που αποφεύγει τα λάθη του Μαρξ και της Λούξεμπουργκ, κι αποκαλύπτει πιο καθαρά το ρόλο του Τμήματος ΙΙΙ (με την ονομασία Είδη Πολυτελείας), θα μείνει κι αυτή απαρατήρητη. Οι εξισώσεις του φον Μπόρτκιεβιτς συμπληρώνουν την ημιτελή απόπειρα του Μαρξ να αποδείξει και μαθηματικά ότι οι τιμές των αγαθών μπορούν να υπολογιστούν με βάση τη θεωρία της αξίας-εργασίας. Από τις εξισώσεις αυτές φαίνεται ότι η οργανική σύνθεση του κεφαλαίου στο Τμήμα ΙΙΙ δεν επηρεάζεται άμεσα το μέσο ποσοστό κέρδους της οικονομίας. Με άλλα λόγια το Τμήμα ΙΙΙ μπορεί να λειτουργήσει σαν μια διέξοδος που επιτρέπει τη μέση οργανική σύνθεση του κεφαλαίου να ανεβαίνει (και άρα τη συσσώρευση να συνεχίζεται) χωρίς να οδηγεί σε πτωτική τάση του ποσοστού κέρδους.

Τι είναι όμως το Τμήμα ΙΙΙ που παράγει Είδη Πολυτελείας σε αντιπαράθεση με την Παραγωγή Μέσων Παραγωγής (Τμήμα Ι) και την Παραγωγή Μέσων Κατανάλωσης (Τμήμα ΙΙΙ); Ο Σουίζι, που παρουσιάζει τις εξισώσεις του Μπόρτκιεβιτς, θεωρεί ότι στην πραγματικότητα οι βιομηχανίες παραγωγής ειδών προσωπικής κατανάλωσης των καπιταλιστών είναι λίγες και σχετικά ασήμαντες κι έτσι το Τμήμα ΙΙΙ δεν αποτελεί σπουδαίο παράγοντα αναίρεσης του νόμου για την πτωτική τάση του ποσοστού κέδρους. Ο Πιέρο Σράφα, ο οικονομολόγος της κλασικής σχολής που παρουσίασε την ολοκληρωμένη εικόνα των εξισώσεων της διευρυμένης αναπαραγωγής, κινείται στο επίπεδο της καθαρής θεωρίας και αρνείται να δώσει παραδείγματα. Τονίζει όμως ότι τα είδη πολυτελείας, δηλαδή «εκείνα που δεν υπεισέρχονται ούτε σαν μέσα παραγωγής ούτε σαν μέσα κατανάλωσης στην παραγωγή άλλων εμπορευμάτων» σαν διαρροές από το σύστημα: μπορούν να παράγονται σε βιομηχανίες με υψηλή τεχνολογία (ανεβασμένη οργανική σύνθεση κεφαλαίου) χωρίς να ρίχνουν το μέσο ποσοστό κέδρους για το σύνολο της οικονομίας.

Η μεταπολεμική πραγματικότητα του καπιταλισμού ήρθε να δείξει ποιο είναι στην πράξη αυτό το Τμήμα ΙΙΙ που έχει τη δυνατότητα να λειτουργεί σταθεροποιητικά για την καπιταλιστική συσσώρευση. Όπως παρατηρεί ο Μάικλ Κίντρον: «Τίποτα δεν ταιριάζει τόσο καλά στον όρο "Είδη Πολυτελείας" όσο οι εξοπλισμοί - που σε καμιά περίπτωση δεν υπεισέρχονται στην παραγωγή άλλων εμπορευμάτων - κι ασφαλώς κανένας κλάδος (παραγωγής ειδών προσωπικής κατανάλωσης για τους καπιταλιστές) δεν μπορεί να συγκριθεί μαζί τους - από άποψη μεγέθους και σπουδαιότητας».



Ας σταθούμε λίγο στα χαρακτηριστικά της πολεμικής βιομηχανίας που ταιριάζουν στο ρόλο του Τμήματος ΙΙΙ. Πρώτα απ' όλα, η σπουδαιότητά της, το συγκριτικό βάρος της. Στη δεκαετία του '60, δηλαδή στην παρακμή της μεταπολεμικής άνθησης, οι πολεμικές δαπάνες σε ολόκληρο τον κόσμο αποτελούσαν: το 9% της παγκόσμιας παραγωγής αγαθών και υπηρεσιών ή το ισοδύναμο της συνολικής αξίας των εξαγωγών εμπορευμάτων σε όλο τον κόσμο ή το 50% των επενδύσεων πάγιου κεφαλαίου όλων των χωρών. Αυτό το τελευταίο ποσοστό είναι και το πιο εντυπωσιακό. Στη μεγαλύτερη καπιταλιστική οικονομία, τις ΗΠΑ, το ποσοστό αυτό ήταν 60% και στη Βρετανία 42%. Με άλλα λόγια οι πολεμικές δαπάνες αποτελούσαν μια πολύ μεγάλη αποσυμφόρηση της κεφαλαιαγοράς από κεφάλαια που αν αναζητούσαν τοποθέτηση στο Τμήμα Ι ή στο Τμήμα ΙΙ θα συναγωνίζονταν τους καπιταλιστές για τις ίδιες ή και μικρότερες ευκαιρίες κερδοφόρων επιχειρήσεων. Το "ή και μικρότερες" δεν είναι σχήμα λόγου: Ειδικά για τη βαριά βιομηχανία, η πολεμική βιομηχανία αποτελεί ένα μεγάλο μέρος της ζήτησης που τη στηρίζει. Στις ΗΠΑ (και πάλι την περίοδο πριν από την κρίση) οι πολεμικές δαπάνες αποτελούσαν τα 9/10 της ζήτησης των αεροπλάνων, τα 5/10 της ζήτησης χημικών και ηλεκτρονικών προϊόντων και το 1/3 στα μηχανήματα τηλεπικοινωνίας και στα επιστημονικά όργανα. Στη Γαλλία, ο αντίστοιχος κατάλογος ξεκινούσε από τα 7/10 στα αεροπλάνα και έφτανε στο 1/10 στα οπτικά και τις φωτογραφικές μηχανές.

Για τις βιομηχανίες παραγωγής κεφαλαιουχικών αγαθών, που παίζουν τον κύριο ρόλο στις κυκλικές διακυμάνσεις, η πολεμική βιομηχανία προσφέρει ένα μίνιμουμ παραγγελιών, που αποτρέπει τις χειρότερες διακυμάνσεις. Αντίστοιχο ρόλο παίζει και το Τμήμα ΙΙ (καταναλωτικά αγαθά) αν αναλογιστούμε πόσους εργάτες απασχολεί η πολεμική βιομηχανία, διευρύνοντας έτσι και την αγορά καταναλωτικών αγαθών. Ο Πολ Σουίζι παρατηρεί ότι αν προσθέσουμε το ποσοστό ανεργίας στις ΗΠΑ το 1961 (6,7%) με το ποσοστό απασχόλησης στις πολεμικές βιομηχανίες (9,4%) βρίσκουμε περίπου το ίδιο ποσοστό που αποτελούσαν οι άνεργοι στις ΗΠΑ το 1939 (17,2%) τότε που η μεγάλη ανάπτυξη της πολεμικής βιομηχανίας μόλις ξεκινούσε.

Σε πείσμα των αστών ιδεολόγων (και των "αριστερών" οπαδών τους) που ισχυρίζονται ότι ο Κεϋνσιανισμός έβγαλε τον καπιταλισμό από την κρίση (πχ με το νόμο του Νιου Ντιλ του Ρούσβελτ), η ιστορία δείχνει ότι η ανάκαμψη ήρθε με τους εξοπλισμούς του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Το πιο εκπληκτικό όμως είναι ότι η ανάκαμψη εκείνη κράτησε ουσιαστικά επί τρεις δεκαετίες (ως τις αρχές του '70), ακριβώς γιατί μετά τον πόλεμο ακολούθησε ένα καθεστώς μόνιμης πολεμικής οικονομίας. Η πολεμική οικονομία έπαιξε θαυμάσια στην πράξη το θεωρητικό ρόλο του Τμήματος ΙΙΙ: άνοιξε αγορές, πρόσφερε ευκαιρίες για επενδύσεις και μάλιστα στην πιο προχωρημένη τεχνολογία (είναι παροιμιώδη τα ποσοστά συμμετοχής των στρατιωτικών προγραμμάτων στην έρευνα και την τεχνολογία) χωρίς ποτέ να υποχρεώσει το σύστημα να ξαναπορροφήσει προϊόντα του στην παραγωγή. Ήταν σαν να είχε ανακαλυφθεί ένας μηχανισμός αυτοκαταστροφής ενός μέρους της παραγωγής για να διατηρείται υψηλό το ποσοστό κέρδους.

Οι πρώτες προσπάθειες να ξανασυνδεθεί το νήμα της μαρξιστικής ανάλυσης με αυτή τη νέα πραγματικότητα έγιναν από έναν ελάχιστα γνωστό Αμερικανό μαρξιστή που χρησιμοποιούσε εναλλακτικά τα ψευδώνυμα W.T. Oakes και T.N. Vance γύρω στα 1944. Ο Κίντρον και οι σύντροφοί του στην τότε ομάδα των Διεθνών Σοσιαλιστών αναγνωρίζουν το χρέος τους στον Oakes/Vance, αν και προχώρησαν την ανάλυση του πιο ολοκληρωμένα. Το πιο σημαντικό στοιχείο όπου πρέπει να στρέψουμε τώρα την προσοχή μας είναι τα όρια της σταθεροποιητικής λειτουργίας που έχει η πολεμική βιομηχανία για την καπιταλιστική συσσώρευση.     

Μέχρι εδώ ασχοληθήκαμε μόνο με την επίπτωση των πολεμικών δαπανών στην υπόλοιπη οικονομία. Όμως κανένα κράτος δεν είναι ελεύθερο να καθορίζει το ύψος του «πολεμικού προϋπολογισμού» του με κριτήριο μόνο το σταθεροποιητικό του ρόλο. Οι στρατιωτικοί και οικονομικοί ανταγωνισμοί ανάμεσα σε αντίπαλους καπιταλισμούς οργανωμένους κατά κράτη καθορίζουν μια ξεχωριστή δυναμική των εξοπλισμών που δεν συμβαδίζει κατ' ανάγκη με τους ρόλους τους σαν Τμήμα ΙΙΙ. Στο σημείο αυτό πρέπει να πιάσουμε ένα άλλο νήμα της μαρξιστικής παράδοσης: την ανάλυση του Μπουχάριν για την παγκόσμια οικονομία και τον ιμπεριαλισμό, που ζωγραφίζει την εικόνα ενός κόσμου όπου ο καπιταλιστικός ανταγωνισμός δεν περιορίζεται σε πολέμους τιμών στην αγορά, αλλά περνάει σε επίπεδα συνολικής αντιπαράθεσης οικονομιών οργανωμένων σε κρατικούς καπιταλισμούς. Μέσα σ' ένα τέτοιο κόσμο η κλιμάκωση των εξοπλισμών για λόγους «εσωτερικής κατανάλωσης» (σταθεροποίηση της οικονομίας) μπορεί να προκαλέσει αντίποινα από τους ανταγωνιστές και να ξεκινήσει έναν αποσταθεροποιητικό αγώνα δρόμου εξοπλισμών. Και αντίστροφα, η συγκέντρωση πόρων στην πολεμική βιομηχανία για στρατιωτικούς λόγους μπορεί να βλάψει την ανταγωνιστικότητα της "ειρηνικής βιομηχανίας" στη μάχη των αγορών. Με άλλα λόγια, τα επίπεδα στα οποία κινείται το Τμήμα ΙΙΙ δεν είναι μια ελεύθερη μεταβλητή στα χέρια των καπιταλιστών, αλλά ένας αστάθμητος παράγοντας που καθορίζεται από την ανεξέλεγκτη δυναμική των ανταγωνισμών σε παγκόσμιο επίπεδο.

Το ανεξέλεγκτο και αστάθμητο αυτής της δυναμικής γίνεται ακόμα πιο έντονο εξαιτίας της μεγάλης διεθνοποίησης του κεφαλαίου στα χρόνια της μεταπολεμικής άνθησης του καπιταλισμού. Η δυνατότητα κάθε κράτους να κινητοποιεί την "εθνική οικονομία" του σύμφωνα με τις ανάγκες των ανταγωνισμών (στρατιωτικές και οικονομικές) περιορίζεται από τις δραστηριότητες των πολυεθνικών κεφαλαίων που κινούνται με κριτήριο τη μεγιστοποίηση των κερδών τους σε διεθνή κλίμακα, αψηφώντας τους εθνικούς περιορισμούς ακόμα και της χώρας από την οποία ξεκίνησαν. Άλλωστε μιλάμε για πολυεθνικές επιχειρήσεις που το μέγεθός τους σε παγκόσμια κλίμακα ξεπερνάει πολλές από τις εθνικές οικονομίες.

Μέσα σε αυτή την εικόνα του μεταπολεμικού καπιταλισμού με τις αποσταθεροποιητικές αλληλοδιεισδύσεις και τους ανταγωνισμούς του πρέπει να δούμε την ανάπτυξη της πολεμικής βιομηχανίας σαν προσπάθεια του κάθε εθνικού καπιταλισμού να αποκτήσει κάποιες μεγαλύτερες δυνατότητες ελέγχου πάνω στην πάντοτε ανεξέλεγκτη οικονομική και στρατιωτική συγκυρία που αντιμετωπίζει. Το πέρασμα ενός καπιταλισμού στη φάση όπου συμμετέχει στο διεθνή καταμερισμό της πολεμικής βιομηχανίας αντιπροσωπεύει μια άνοδό του στη διεθνή ανταγωνιστική ιεραρχία και σαν τέτοια πρέπει να δούμε και την προσπάθεια του ελληνικού καπιταλισμού.

Από το άρθρο με τίτλο Η «αγορά του αιώνα» που πρωτοδημοσιεύτηκε στο περιοδικό         Η μαμή, τεύχος 5, Σεπτέμβρης-Οκτώβρης 1984

Σχόλια

Ο Φασισμός και ο στρατηγικός προσανατολισμός στην πάλη ενάντιά του Παντελής Πουλιόπουλος


Θρησκεία και κινήματα Νίκος Λούντος


Η Γκουέρνικα του Πικάσο Σκοτ Τζόνσον