Οι κοινωνικές τάξεις στην Αρχαία Ινδία




Την εποχή του "κλασικού" βραχμανισμού, η ινδική κοινωνία διαμορφώνεται σύμφωνα με το ντάρμα, που είναι ταυτόχρονα ένας κανονισμός, ο νόμος, η ηθική και η θρησκεία και πηγή του είναι η Βέδα. Η διαίρεση της κοινωνίας σε κάστες έγινε από κει και πέρα πολύ αυστηρή και η έννοια του κάρμα, το άτομο γίνεται υπόδουλο σε μια καθορισμένη κάστα και με την ιδιότητα αυτή είναι υποχρεωμένο να εκτελεί τα καθήκοντα και τις υποχρεώσεις απέναντι στην κάστα. Οι επιπτώσεις ενός τέτοιου νόμου είναι μερικές φορές πολύ σοβαρές όσον αφορά το άτομο και ενάντια σ' αυτές ακριβώς τις συνέπειες εξεγέρθηκαν οι ανθρωπιστικές πλευρές του βουδισμού, αντιπαραθέτοντας σ' αυτή την ταξινόμηση την ατομική αξία, την αγνότητα της ψυχής, την ευγένεια των αισθημάτων. Ήταν σαν να κήρυττε μια πραγματική κοινωνική επανάσταση, που τα αποτελέσματά της δεν μπορούσαν παρά να φαίνονται ολέθρια και απεχθή στα μάτια των ορθόδοξων Ινδών. Γιατί η βουδική στάση δεν στρέφονταν μόνο κατά της κοινωνικής τάξης, προβάλλοντας την ανισότητα ανάμεσα στους προνομιούχους και τους απόκληρους, αλλά αναστάτωνε ταυτόχρονα τις πιο βαθιά ριζωμένες έννοιες της φυλετικής καθαρότητας και, κατά συνέπεια, την έννοια του ιερατικού δογματισμού.

Οι κάστες παραδοσιακά είναι τέσσερις: των βραχμάνων ή ιερέων, των κσατρίγια ή πολεμιστών και ευγενών, των βαισίγια (χωριάτες, έμποροι, αστοί) και των σούντρα, που ήταν η τάξη των δούλων. Οι τρεις πρώτες έχουν δικαίωμα στη Βέδα, η τέταρτη είναι αποκλεισμένη απ' αυτήν, παρόλο που ανήκει, όπως και οι άλλες, στο ντάρμα. Οι βραχμάνοι και οι κσατρίγια απαρτίζουν τις δύο ιθύνουσες τάξεις και μοιράζονται την πνευματική και εγκόσμια κυριαρχία. Όλοι όσοι δεν ανήκουν σε καμιά απ' αυτές τις τέσσερις κάστες βρίσκονται, κατά συνέπεια, εκτός του συστήματος και δεν έχουν με άλλα λόγια καμία κοινωνική υπόσταση. Τέλος, έχουν ορίσει για κάθε κάστα ξεχωριστά καθήκοντα: στους βραχμάνους να διδάσκουν τη Βέδα και να κάνουν τις θυσίες, στους κσατρίγια να προστατεύουν το λαό και να μελετούν τη Βέδα, στους βαισίγια να εργάζονται, στους σούντρα να υπηρετούν. Απαγορεύονται οι σχέσεις και οι γάμοι ανάμεσα σε ανθρώπους διαφορετικής κάστας. Ωστόσο, όπως και σε πολλούς άλλους τομείς, υπάρχει μεγάλη απόσταση ανάμεσα στη θεωρία και την πράξη. Και φαίνεται πως η βραχμανική Ινδία δεν κατόρθωσε ποτέ να σεβαστεί αυστηρά τις αρχές αυτές κι ότι υποχρεώθηκε πολλές φορές να συμβιβαστεί με τα γεγονότα.


Οι Βραχμάνοι

Εξ ορισμού, οι κατέχοντες το Βράχμαν, την ιερή δηλαδή δύναμη, χάρη στην τελετουργική φόρμουλα, είναι οι ιερείς που μελέτησαν τη Βέδα, τη βάση όλης της γνώσης. Στους Βεδικούς χρόνους, τους είχαν αναθέσει το έργο της θυσίας, και στην "κλασική" κατόπιν εποχή είναι καθορισμένοι για να ιερουργούν στις θρησκευτικές λειτουργίες για τον εαυτό τους και για τους άλλους. Έχουν ακόμη τη δύναμη να καταπολεμούν αποτελεσματικά κάθε κακοποιό επίδραση, που προκαλούσε ένα τελετουργικό αμάρτημα, έστω κι ελαφρό. Είναι επομένως ικανοί να διδάσκουν τη Βέδα, να προσφέρουν και να δέχονται θεία δώρα. Με λίγα λόγια, προορίζονται να ζουν μια θρησκευτική, πνευματική και ιερή ζωή, που πρέπει να την περιβάλλει ο σεβασμός και να είναι γεμάτη με την αξιοπρέπεια των αγνών προγόνων τους χωρίς να απασχολούνται για θέματα βιοπορισμού. Δεν επιβάλλεται να είναι εργένηδες, αντίθετα τους συνιστούν να παντρεύονται.

Ο ιερός χαρακτήρας του λειτουργήματός τους τους επιτρέπει να απολαμβάνουν -και στις χώρες ακόμα που κυριαρχεί ο βουδισμός- πολλά ευεργετήματα και προνόμια. Έχουν ακόμη το προνόμιο να δέχονται ατομικές ή ομαδικές δωρεές ή  κτήματα που μερικές φορές είναι πολύ αξιόλογα. Στην αρχαία Ινδία η δωρεά είναι προαιώνιος θεσμός που εξασφαλίζει στο δωρητή μια σίγουρη ανταμοιβή σ' αυτήν και στις επόμενες ζωές. Δεν θεωρείται μόνο σαν υποχρέωση, αλλά και σαν ο πιο αξιοπρεπής τρόπος να ξεπληρώνει το χρέος που κάθε πλάσμα αναλαμβάνει απέναντι στους θεούς από το γεγονός και μόνο ότι γεννήθηκε. Παράλληλα, οι βραχμάνοι δεν παρέλειψαν ποτέ να υπενθυμίζουν την αρετή της δωρεάς. Η νομοθεσία, ωστόσο, πολύ φρόνιμα, δεν επιτρέπει, κατά κανόνα, στο δωρητή να αποκληρώνει ολότελα την οικογένειά του προς όφελος των βραχμάνων. Παρ' όλα αυτά, χάριζαν στους βραχμάνους πολύ σημαντικά δώρα ανάμεσα στα οποία καλύτερο θεωρούσαν τη «δωρεά γης», γιατί «λυτρώνει από κάθε αμάρτημα». Με τον τρόπο αυτό οι βραχμάνοι πήραν στα χέρια τους μεγάλα κτήματα, από τα οποία εισέπρατταν τα εισοδήματα. Είχαν το δικαίωμα να βάζουν δούλους να τα καλλιεργούν. Τους χάριζαν ακόμη δημόσια και ιδιωτικά κτίρια, ως και ολόκληρα χωριά. Δεν πλήρωναν επίσης φόρους, γιατί τους εξοφλούσαν «με τη μορφή ευσεβών πράξεων».

Αυτός ο ίδιος ο ιερός χαρακτήρας τους, απαγορεύει να τους καταδικάζουν στην ποινή του θανάτου, σε βασανιστήρια ή σε οποιαδήποτε άλλη σωματική ποινή. Η μεγαλύτερη τιμωρία που μπορούν να τους επιβάλουν είναι να τους κόψουν τον κότσο: δεν πρόκειται καθόλου για δοκιμασία, αλλά για συμβολική πράξη με βαθιά σημασία: ο κότσος, που είναι δεμένος στην κορυφή ή στο πλάι του κρανίου, είναι το ορατό σημάδι της βραχμανικής τους μύησης και τον διατηρούν ανέπαφο σε όλη τους τη ζωή, από τη στιγμή που τους κούρεψαν εθιμοτυπικά σε ηλικία τριών χρόνων (σουντακαράνα). Η αφαίρεση, επομένως, του κότσου, ισοδυναμεί με την κοινοποίση της αποπομπής τους από τη βραχμανική κάστα και η τιμωρία αυτή συνεπάγεται φοβερές επιπτώσεις: τίθεται ουσιαστικά εκτός νόμου. Ξεριζωμένος για πάντα, διωγμένος από παντού, αποκηρυγμένος απ' όλες τις κάστες, δεν του μένει παρά να εκπατριστεί. Είναι ένας κοινωνικός, όσο και ηθικός θάνατος. Αντίστροφα, το κακό που προκαλείται σε βάρος ενός βραχμάνου, τιμωρείται με μεγάλη αυστηρότητα.

Πολλοί βραχμάνοι αξίζουν το σεβασμό με τον οποίο τους περιβάλλουν. Διάγουν μια ζωή απλή και σεβαστή, περιφρονούν τα υλικά οφέλη και εκτελούν τα καθήκοντα της κάστας τους. Υπηρετούν σαν διδάσκαλοι στα πανεπιστήμια ή ακόμη σε κάποιο ερημητήριο στα δάση. Εκεί, κάτω από ταπεινές καλαμένιες καλύβες, αφιερώνονται στα θρησκευτικά τους καθήκοντα, στη μελέτη και στη διδασκαλία, κι απολαμβάνουν σ' ολόκληρη την απλότητά τους, τις χαρές και την αυστηρότητα μιας λιτής, αλλά ποιοτικής ζωής, κοντά στα άγρια θηρία που εξημερώνουν με την πραότητά τους. Πλάι ωστόσο σ' αυτούς τους βραχμάνους, που παραμένοντας στην αφάνεια και χωρίς κομπορρημοσύνη, εκπληρώνουν με πραγματική αγνότητα ψυχής τα καθήκοντα της κάστας τους, οι λογοτεχνικές πηγές περιγράφουν έναν άλλο τύπο πολύ λιγότερο αξιοσέβαστων βραχμάνων: επωφελούνται από τις μαγικές γνώσεις που απέκτησαν με τη μελέτη ορισμένων βεδικών και βραχμανικών κειμένων και εκμεταλλεύονται αδίστακτα την ευπιστία και τη δεισιδαιμονία του λαού, για να κερδίζουν τη ζωή τους, λέγοντας την τύχη ή κάνοντας διάφορα μάγια. Πρόκειται για αυθεντικούς αγύρτες, που συναντούμε κυρίως στην ύπαιθρο. Μπορεί να τους περιφρονούν λιγότερο ή περισσότερο φανερά, νομίζουμε ωστόσο πως τους φοβούνται επίσης.

Ανάμεσα σ' αυτές τις δύο ακραίες περιπτώσεις, υπάρχει μια μεγάλη ποικιλία βραχμάνων που ασκούν διάφορα επαγγέλματα, χωρίς να έχουν καμιά σχέση με τον ιερατικό τους χαρακτήρα: ηθοποιοί, ιδιοκτήτες καταγωγίων, ψευτογιατροί, φοροεισπράκτορες, οπλαρχηγοί, διευθυντές επιχειρήσεων αμαξιών, κατάσκοποι και καμιά φορά έμμισθοι υπηρέτες. Αναφέρονται ακόμη μερικοί που είναι γεωργοί, άλλοι πάλι χασάπηδες, τη στιγμή που τα δύο αυτά επαγγέλματα τα αποδοκιμάζει η βραχμανική ορθοδοξία, γιατί επιβουλεύονται τη ζωή των ζώων και των ζωυφίων. Ίσως όλοι αυτοί να κάνουν τις ασυμβίβαστες με την αγνότητα της βραχμανικής κάστας δουλειές, επειδή ζουν σε μια κοινωνία, όπου πλειοψηφούν οι βουδιστές και είναι αναγκασμένοι να κερδίζουν τη ζωή τους, χωρίς να ελπίζουν ότι θα δεχθούν τις παραδοσιακές δωρεές. Τους το επιτρέπει ο νόμος, που σε περίπτωση «απελπισίας», μπορεί να τον εφαρμόσει οποιαδήποτε κάστα και που δίνει την άδεια στα άτομα να ασκούν επαγγέλματα τα οποία, σε ομαλές περιστάσεις, αποδοκιμάζονται. Μπορεί ακόμη οι βουδικές περιγραφές να υπερβάλλουν την κριτική τους να αφήνουν έτσι να εκδηλωθούν οι προκαταλήψεις τους απέναντι σε μια μισητή κάστα μέσα στο βουδικό περιβάλλον. Τα ελαττώματα ωστόσο των λιγότερο καλών απ' αυτούς ίσως να μην είναι άσχετα με την κακή ιδέα που υπάρχει για τους βραχμάνους: η έπαρσή τους, που οφείλεται στην υπερηφάνεια για την αγνότητα της κάστας τους, η υποκρισία και οι ύποπτες ενέργειες που διαπράττουν καμιά φορά, η ασυλία που απολαμβάνουν ακόμη και στα δικαστήρια, όλα αυτά επισύρουν τη ζήλια των άλλων τάξεων και ξεσηκώνουν την αποδοκιμασία των πραγματικά ενάρετων ανθρώπων. Εκτός από τις κριτικές αυτές, υπάρχουν και μερικά γλαφυρά παραμύθια, που δεν πρέπει, ωστόσο να μας κάνουν να ξεχνάμε τους μεγάλους βραχμάνους, που με την πνευματική τους αξία και το υψηλό τους ήθος τιμούν την ινδική κοινωνία και την κρατούν μέσα στις ευγενικές παραδόσεις της. Μερικοί απ' αυτούς έπαιξαν σημαντικό ρόλο στη διοίκηση του βασιλείου. Έπαιρναν ανώτερες θέσεις στην αυλή και κατείχαν, από τη μία βασιλεία στην άλλη, το λειτούργημα του βασιλικού εφημέριου (πουροχίτα).


Οι Ευγενείς-Πολεμιστές

Στη δεύτερη κάστα ανήκει το έργο της διακυβέρνησης. Αποτελεί μια πραγματική αριστοκρατία, με ή χωρίς περιουσία, που αντικατέστησε την καταγόμενη από τις φυλές αρχαία τάξη των ευγενών. 

Στην εποχή της Ρίγβεδα (1500-1100πΧ) ο διοικητικός μηχανισμός λειτουργούσε με τους φύλαρχους (Ρατζάν). Η θέση τους δεν ήταν κληρονομική. Οι Ρατζάν εκλέγονταν από τη συνέλευση της φυλής όπου συμμετείχαν γυναίκες (Σαμίτι). Ο Ρατζάν ήταν ο προστάτης της φυλής και των κοπαδιών. Είχε για βοηθό του τον ιερέα και δεν είχε μόνιμο στρατό. Η ιδέα του συστήματος των τεσσάρων καστών δεν υπήρχε τότε, ούτε ο ίδιος ο βασιλιάς, η οικογένειά του, το περιβάλλον του, οι υποτελείς του (ρατζάνυα), είχαν ακόμα συγκροτηθεί σε τάξη. 

Ο όρος κσατρίγια σημαίνει αρχή, κυβέρνηση και στην εποχή που μελετάμε είναι πλατιά διαδεδομένος και δεν περιορίζεται αυστηρά σε όσους χειρίζονται όπλα και παίζουν ρόλο πολεμιστών. Η σανσκριτική ρίζα κσάτρα υποδηλώνει προσωρινή αρχή και εξουσία που βασίζεται λιγότερο στην πετυχημένη πολεμική ηγεσία και περισσότερο στην χειροπιαστή εξουσία της κυριότητας μιας περιοχής και της συμβολικής ιδιοκτησίας των γαιών της φατρίας. Όμως, ο βασικά στρατιωτικός χαρακτήρας διατηρείται και στην εκπαίδευση που τους παρέχουν γιατί, εκτός από τη βεδική επιστήμη, τους διδάσκουν το χειρισμό των όπλων και τους βοηθούν να αναπτύξουν τις κληρονομικές ηγετικές ικανότητές τους. Με τον τρόπο αυτό γίνονται κατάλληλη για τις θέσεις του κυβερνήτη, του στρατηγού, του διοικητή ή του ανώτερου δημόσιου υπάλληλου.
Τις πιο πολλές φορές στην κάστα αυτή ανήκει και ο βασιλιάς. Είναι ο κατεξοχήν κσατρίγια, αυτός που βασιλεύει και κυβερνά, αυτός που κατακτά και κρατάει την τάξη. Έτσι η κάστα των κσατρίγια θεωρείται, ιδιαίτερα στους βουδικούς κύκλους -ο ίδιος ο Βούδας ανήκε σ' αυτή την τάξη- σαν κυρίαρχη. Συναγωνίζεται πραγματικά με την κάστα των βραχμάνων, τα μέλη της ωστόσο αναγνωρίζουν, κατά κανόνα, την ανωτερότητα των βραχμάνων χάρη στον ιερατικό χαρακτήρα τους.

Παρ' όλο που το περιβάλλον του βασιλιά είναι φυσικό να στρατολογείται ανάμεσα στους κσατρίγια, παρόλο που ο στρατός απαρτίζεται κυρίως απ' αυτούς, πολλοί από τους ευγενείς δεν εξασκούν το στρατιωτικό επάγγελμα και τους επιτρέπεται να κερδίζουν τη ζωή τους με διάφορους τρόπους και να επιδίδονται είτε στο εμπόριο είτε στις τέχνες. Οι τελευταίοι αυτοί διατηρούν, όπως και οι άλλοι, τα προνόμια της κάστας τους, που τα πιο τυπικά είναι ίσως οι δυο μορφές γάμου που δικαιούνται να συνάψουν: εκείνου που συνίσταται στην απαγωγή της νύφης -μακρινή ανάμνηση των απαγωγών που γινόταν κατά τις στρατιωτικές εκστρατείες- κι εκείνου όπου ο γαμπρός είναι ο νικητής των αγώνων που κυριότερη φάση τους είναι η σκοποβολή με τόξο.

 
Οι βαισίγια

Οι βαισίγια διεκδικούν, μαζί με τα μέλη των δύο ανώτερων καστών, την κατάσταση του ντβίτζα  (του "δευτερογέννητου", της γέννησης σε μια δεύτερη ή πνευματική ζωή) μετά τη θεία μετάληψη της θρησκευτικής μύησης σύμφωνα με την Ινδουστική θεολογία. Αν και είχαν δικαίωμα, όπως και οι βραχμάνοι και οι κσατρίγια να διδάσκουν τη Βέδα και, κατά συνέπεια, να ανήκουν στο σύστημα του ντάρμα, θεωρούνταν φανερά κατώτεροι. Στην αρχή αποτελούσαν την τάξη των γεωργών και ο ταπεινός αυτός χαρακτήρας τούς καθιστούσε κατάλληλους για φορολογία και για αγγαρίες. Την κλασική εποχή, η τάξη τους ανέβηκε πολύ: από απλοί αγρότες γίνονται συχνά μεγαλοκτηματίες. Πολλοί εξασκούν επικερδή όσο και έντιμα επαγγέλματα, όπως του ειδικού για πολύτιμα πετράδια, υφάσματα, μέταλλα, μπαχαρικά, αρώματα, και οι γνώσεις τους εκτιμούνται πολύ ακόμη κι αυτούς απ' τους κσατρίγια. Στους Ινδούς εμπόρους αποδίδεται κατά κύριο λόγο η εξάπλωση του Ινδικού πολιτισμού ίσαμε τη νοτιοανατολική Ασία.

Η κοινωνική μεταρρύθμιση που προκάλεσαν οι βουδικές ιδέες, ευνόησε στην ανάπτυξη των βαισίγια που σχημάτισαν σε λίγο ένα είδος αστικής τάξης, γιατί οι ιδέες αυτές τούς επέτρεψαν να υπερπηδήσουν την περιφρόνηση στην οποία τούς κρατούσαν οι δύο ιθύνουσες τάξεις. Γι' αυτό και ο Βουδισμός στρατολόγησε ανάμεσά τους τους πιο θερμούς οπαδούς του. Συγκέντρωσαν μεγάλες περιουσίες, ιδιαίτερα από το εμπόριο που διεξήγαγαν με πλοία ή με καραβάνια και σχημάτισαν ισχυρές συντεχνίες (σρένι), που υπολογίζονταν τόσο από το κράτος όσο κι από τη διοίκηση.

Ιστορικά, οι Βαισίγια, δεν σχετίζονται μόνο με τον παραδοσιακό αγροτοποιμενικό ή εμπορικό ρόλο. Πολλοί έφτασαν, μερικές φορές, στα ανώτερα αξιώματα και δεν ήταν σπάνιο να διαλέξει κάποιος βασιλιάς έναν απ' αυτούς για σύμβουλό του. Τους έμενε ωστόσο κάτι από την καταγωγή τους. Σύμφωνα με τον ιστορικό Ραμ Σαράν Σαρμά, η Αυτοκρατορία των Γκούπτα ήταν μια δυναστεία των βαισίγια που «μπορεί να εμφανίστηκε σαν αντίδραση απέναντι σε καταπιεστικούς ηγεμόνες». Ο Χάρσα, βασιλιάς της Βόρειας Ινδίας του 7ου αιώνα, προέρχονταν επίσης από την κάστα των Βαισίγια.

Κατά κανόνα όμως, τους έμενε κάτι από την καταγωγή τους: όπως τους βάζαν άλλοτε να κάνουν αγγαρείες, από μια εποχή και μετά σήκωναν τα μεγαλύτερα οικονομικά βάρη όλης της κοινωνίας. Ανταποκρίνονται μ' αυτό τον τρόπο στο έργο που τους ανήκε εξαρχής: να εργάζονται, να κερδίζουν χρήματα και να τρέφουν την ιερατική κάστα, που ήταν απαλλαγμένη από τις γεωργικές εργασίες (γιατί είναι ακάθαρτες) και την πολεμική κάστα, που ασχολιόταν με τις εδαφικές κατακτήσεις. Έτσι καθώς εξασκήθηκαν να συντηρούν εκτός από τις οικογένειές τους, και ένα μέρος του πληθυσμού, οι ικανότητές τους αναπτύχθηκαν και τους βοήθησαν να κατακτήσουν περιουσία και υπόληψη. Και χάρη σ' αυτούς το ταμείο του κράτους μπόρεσε να αντεπεξέλθει στις αφαιμάξεις που του προξενούσαν οι δωρεές στους βραχμάνους και τα έξοδα παράστασης.


Η τάξη των Υποτακτικών

Ο όρος σούντρα δεν συναντιέται πουθενά αλλού στη Ρίγβεδα εκτός απ' την Πουρούσα Σούκτα (τον ύμνο στο «Κοσμικό Ον»), μια σύνθεση που πολλοί μελετητές ότι προστέθηκε αργότερα για να νομιμοποιήσει και να καθαγιάσει μια προϋπάρχουσα καταπιεστική και εκμεταλλευτική ταξική δομή. 

Οι σούντρα, που γεννήθηκαν, ή μάλλον ξαναγεννήθηκαν για να υπηρετούν τις τρεις άλλες τάξεις, είναι σημαδεμένοι από μια πολύ αισθητή κοινωνική και θρησκευτική κατωτερότητα. Πρέπει η κάστα τους να περιέλαβε κατά τους βεδικούς χρόνους, τους μελαψούς αυτόχθονες που νίκησαν οι Άριοι, στους οποίους προστέθηκαν αργότερα οι Άριοι ταπεινής τάξης και ορισμένοι άλλοι για διάφορους λόγους ξεπεσμένοι. Δεν είναι λοιπόν άξιοι περιφρόνησης από την καταγωγή τους μόνο, αλλά και φημίζονται σαν ακάθαρτοι. Αποτελούν ωστόσο μέρος του ντάρμα. Δεν έχουν όμως άλλη απολαβή από το δικαίωμα να καταφεύγουν στη δικαιοσύνη και να μπορούν, καμιά φορά, να μελετούν τα συνημμένα στη Βέδα κείμενα (Πουράνα και Τάντρα) και να παρευρίσκονται σε ιδιωτικές ιεροτελεστίες, ενώ αποκλείονται από τις άλλες. Εκεί περιορίζονται όλα τα δικαιώματά τους.

Τα καθήκοντά τους είναι πολύ πιο βαριά, γιατί δεν μπορούν να ξεφύγουν από την κατάσταση του υποτακτικού που τους τοποθέτησε η γέννησή τους. Τότε ακριβώς η θεωρία του κάρμα παίρνει όλη τη σημασία της: αφού η γέννηση στη μία ή στην άλλη κάστα είναι ο καρπός των πράξεων που έγιναν στις προγενέστερες υπάρξεις, οι σούντρα, κατά συνέπεια πρέπει να έχουν μεγάλο αριθμό από κακές πράξεις στο παθητικό τους. Και καθώς αυτό το παθητικό βαραίνει σ' ολόκληρη την παρούσα ζωή τους και δεν αλλάζει παρά στην επόμενη ξαναγέννηση, δεν υπάρχει γι' αυτούς καμιά ελπίδα να βελτιώσουν προς το παρόν την κατάστασή τους. Ένας μόνο τρόπος υπάρχει για να ξαναγεννηθούν σε ανώτερη τάξη: να εκτελούν με αλάνθαστη συνείδηση τα τωρινά τους καθήκοντα. Οι ιθύνουσες τάξεις συντηρούν με επιμέλεια την αντίληψη αυτή, που γεννά ένα πολύ κατανοητό σύμπλεγμα κατωτερότητας και που χαρακτηρίζει τη συμπεριφορά κάθε ατόμου σ' ολόκληρη την Ινδία.

Παρ' όλα που δεν έχουμε αρκετές πληροφορίες για τη σύνθεση της κάστας αυτής, φαίνεται πως περιλάβαινε κάθε λογής υπηρέτες, μεροκαματιάρηδες, υποτακτικούς, εργάτες των πόλεων και της γης και υποτελείς. Σ' αυτούς πρέπει να προσθέσουμε και τους υπαλλήλους και τους ασήμαντους τεχνίτες. Μερικοί, ωστόσο, μπορούσαν να ασκούν σχετικά επικερδή επαγγέλματα και ιδιαίτερα να καλλιεργούν τη γη. Στο σύνολό τους έχουν πολύ μεγάλη συνείδηση της αξιοκαταφρόνητης κατάστασής τους, για να προσπαθήσουν να ξεφύγουν απ' αυτήν. Δεν πρέπει, ωστόσο, να πιστέψουμε πως η ζωή τους είναι αφόρητη. Πολλοί εργάζονται για λογαριασμό πλούσιων εμπόρων και γαιοκτημόνων. Εισπράττουν μεροκάματο, τους παρέχουν τροφή και στέγη -είτε στον περίβολο της κατοικίας του αφεντικού είτε απ' έξω- και πληρώνονται σε είδος: οι εργάτες γης, για παράδειγμα, έπαιρναν το ένα πέμπτο σε είδος, αν τους έτρεφαν και τους στέγαζαν, και το ένα τρίτο, αν δεν τους έδιναν τροφή και στέγη. Αφοσιώνονται στην ίδια οικογένεια από πατέρα σε γιο. Η αναξιοπρέπειά τους τους υποχρεώνει να τρώνε μόνο τα απομεινάρια του φαγητού του αφεντικού, να φορούν μόνο παλιόρουχα και να χρησιμοποιούν μόνο πεταμένα πράγματα. Θεωρείται σωστό οι άνθρωποι των ανώτερων τάξεων να τους φέρονται όπως πρέπει και ο νόμος να τους προστατεύει σχετικά: ο εργοδότης είναι υποχρεωμένος να συνάπτει μαζί τους συμβόλαιο, στο οποίο απαριθμούνται τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις και των δύο συμβαλλόμενων και υπολογίζονται τα άτομα που τα έξοδά τους βαραίνουν τον υποτακτικό. Αν ο τελευταίος αυτός κληθεί να δείξει μεγάλο ζήλο και επαγγελματική ικανότητα, το αφεντικό του είναι υποχρεωμένο να του παρέχει τα κατάλληλα εργαλεία για τη δουλειά του και να αντικαθιστά τα φθαρμένα και τα ελαττωματικά. Το συμβόλαιο καθορίζει τη διάρκεια της εργασίας, το μεροκάματο, τα οφέλη σε είδος, που συνήθως συμπληρώνουν το μεροκάματο. Αν ο εργοδότης παραλείψει να τον πληρώσει ή αν λύσει αδικαιολόγητα το συμβόλαιο μπορεί να διωχθεί από τη δικαιοσύνη.

Οι σούντρα είναι υποχρεωμένοι να πληρώνουν φόρους που φαίνονται σχετικά μικροί. Οφείλουν, αντίθετα, προς το κράτος να εκτελούν αγγαρείες σε όλη τη διάρκεια του χρόνου: προσφέρουν χειρωνακτική εργασία μια ή δυο μέρες το μήνα και ιδιαίτερα όσοι παρασκευάζουν το ρύζι, το αλεύρι, το λάδι, τη ζάχαρη και όσοι εργάζονται στα εργαστήρια γνεσίματος, υφαντουργίας, στα εργοστάσια όπλων και πολεμικού υλικού. Καμιά φορά εξοφλούν τις αγγαρείες καταβάλλοντας ένα ορισμένο ποσό.

Η τάξη, ωστόσο, των υποτακτικών δεν έχει ομοιογένεια: διακρίνονται σε "καθαρούς" ή "μη εξαιρετέους" και σε "εξαιρετέους". Οι τελευταίοι αυτοί δε διαφέρουν καθόλου από τους "εκτός κάστας".


Οι "Εκτός Κάστας"

Πέρα από τις τέσσερις κοινωνικές τάξεις ή "χρώματα" (varnas), υπάρχουν -σύμφωνα με τις διατριβές του Ινδουισμού για το ντάρμα (Dharmasastras)- και αυτοί που ξεπέφτουν εξαιτίας σοβαρών αμαρτημάτων και γι' αυτό περιθωριοποιούνται. Το τμήμα αυτό του πληθυσμού, χάρη στην "αναξιότητά" του δεν καθορίζεται με σαφήνεια στα ιερατικά κείμενα, που ονομάζουν τα μέλη του "εσχατογεννημένους" ή "ταπεινογεννημένους" ή "αυτοί που κρατιούνται μακριά απ' τα αγγεία (τα τελετουργικά)". Είναι αυτοί που, στη σύγχρονη εποχή, τους αποκαλούμε ανέγγιχτους, παρίες ή ακάθαρτους, και από τη δεκαετία του 1970 και μετά, όπως αυτοπροσδιορίζονται, δηλαδή νταλίτ, που θα πει "αποχωρισμένοι", "αποσπασμένοι", υφιστάμενοι διακρίσεις. Περιλαμβάνουν μια σειρά από κατώτερες κάστες (Jāti). Αυτή που αναφέρεται πιο συχνά είναι η υπο-κάστα των σαντάλα. Όλοι οι εκτός κάστας εξασκούν επαγγέλματα που οι άλλοι περιφρονούν ή αποδοκιμάζουν, είτε επειδή επιβουλεύονται τη ζωή των ανθρώπων ή των ζώων, είτε γιατί το έργο τους συνεπάγεται κάποια εθιμοτυπική κηλίδα. Τέτοιοι είναι οι κυνηγοί, οι ψαράδες, οι χασάπηδες, οι βυρσοδέψες, οι δήμιοι, οι τυμβωρύχοι, οι νεκροθάφτες, όσοι πουλάνε ποτά, οι σκουπιδιάρηδες και, σε ορισμένες εποχές, οι καλαθάδες κι οι αμαξοποιοί.

Η θέση των σάνταλα είναι η πιο καταδικασμένη απ' όλες. Είναι γνωστοί και ως "ακάθαρτοι", ζουν σε απομονωμένα χωριά ή σε εξωτερικές συνοικίες και μιλούν μια παραφθαρμένη γλώσσα που θα μπορούσε να θεωρηθεί διάλεκτος. Θεωρητικά φορούν ρούχα που έχουν πάρει από νεκρούς (είναι συχνά δήμιοι και νεκροθάφτες), τρώνε σε σπασμένα πιατικά, στολίζονται με σιδερένια κοσμήματα κι αν κάποιος βραχμάνος σκοτώσει έναν απ' αυτούς, θα τιμωρηθεί με την ίδια ποινή που θα του έβαζαν αν είχε σκοτώσει σκυλί.

Επειδή η κοινωνία τούς έχει ταυτίσει με ό,τι υπάρχει χειρότερο στο ανθρώπινο είδος, πρέπει να αποφεύγουν να μολύνουν με την επαφή τους τα μέλη από τις άλλες κάστες, ακόμη και να αποφεύγουν να βρίσκονται μπροστά τους. Για το λόγο αυτό, όταν κυκλοφορούν έξω, στα χωριά ή τις συνοικίες τους, χτυπούν κρόταλα για να ειδοποιήσουν ότι έρχονται. Αν, κατά τύχη, ένας άνθρωπος κάστας ρίξει το βλέμμα του σ' έναν απ' αυτούς, πρέπει να εκτελέσει καθαρτήριες τελετουργίες. Μόλις πληροφορηθεί ότι κοίταξε, έστω και ασυναίσθητα, κάποιο σαντάλα, η πρώτη του κίνηση είναι να αποστρέψει βιαστικά το πρόσωπό του. Πλένει έπειτα τα μάτια του με αρωματισμένο νερό για να ξορκίσει το κακό. Ολόκληρη τη μέρα κατόπιν, πρέπει να μη φάει ούτε να πιει τίποτε. Ο φόβος του μήπως μολυνθεί είναι τόσο μεγάλος, ώστε φοβάται ακόμη μήπως και τον αγγίξει ο άνεμος που μπορεί προηγούμενα να είχε περάσει πάνω από το σώμα κάποιου σαντάλα ή ακόμα μήπως ο ίσκιος ενός τέτοιου φουκαρά σταθεί ανάμεσα σ' αυτόν και τον ήλιο. Ο σαντάλα, εξάλλου, θεωρείται υπεύθυνος για το ρύπο που προκάλεσε σ' έναν άλλον, έστω και άθελά του. Είναι καλύτερα για τον ίδιο να φυλάγεται όσο μπορεί, γιατί η οργή των ανθρώπων μιας κάστας πέφτει όλη πάνω του: βάζουν να τον βασανίσουν ώσπου να χάσει τις αισθήσεις του και μπορεί από κει και πέρα να είναι σίγουρος ότι θα ξαναγεννηθεί στο σώμα κάποιου ζώου, γεγονός που καθυστερεί σημαντικά τη στιγμή που θα μπορέσει να λυτρωθεί από τη μετανάστευση της ψυχής, αν υποτεθεί ότι θα το κατορθώσει ποτέ. Για ακόμη περισσότερους λόγους δεν μπορεί να φάει κανείς από την τροφή του, έστω κι αν πεθαίνει απ' την πείνα.

Οι ξένοι κατατάσσονται στην ίδια κατηγορία με τους εκτός κάστας, αλλά δεν τους περιφρονούν το ίδιο, παρ' όλο που είναι κι αυτοί "ακάθαρτοι", επειδή δεν ανήκουν στο ντάρμα και δεν είναι μυημένοι στη Βέδα. Τους αποκαλούν μλέκσα, που σημαίνει "βάρβαροι", και που ερμηνεύεται επί λέξει "βαρβαρόφωνοι". Πολλοί είναι απλοί ταξιδιώτες, τολμηροί έμποροι, τυχοδιώκτες. Μαζί τους ταυτίζονται οι πρεσβευτές, οι επίσημοι απεσταλμένοι, καθώς και οι καλόγεροι, σοφοί και λόγιοι που έχουν έρθει να επισκεφτούν την Ινδία, να διδάξουν ή να μορφωθούν, ιδιαίτερα στα βουδικά πανεπιστήμια. Ο όρος μλέκσα αρμόζει ιδιαίτερα στους εισβολείς και καθώς αυτοί διεισδύουν συνήθως στην Ινδία από τις Βορειοδυτικές περιοχές, έγινε παράδοση να τους παριστάνουν στην εικονογραφία ντυμένους με ρούχα που φορούν στις "κρύες" περιοχές, δηλαδή με τα ρούχα των εξιρανισμένων ή εξελληνισμένων Πάρθων. Τους δίνουν ακόμη έντονα χαρακτηριστικά με σκοπό να τονίσουν την ξενική τους καταγωγή.

Παρόλο που τιμούν όπως αρμόζει τους ευγενείς ξένους, δεν μπορούν να παραβούν και ορισμένους βασικούς κανόνες: η εθιμοτυπία της φιλοξενίας, για παράδειγμα, δεν θα μπορούσε να είναι τέλεια όταν θα τους δεχόταν σε μια βραχμανική οικογένεια και κανένας άνθρωπος από καλή κάστα δεν θα μπορούσε να φάει μαζί τους.

Προορίζουν, ωστόσο, γι' αυτούς μια ειδική γιορτή, στην οποία συγκεντρώνονται κάθε χρόνο όλοι οι μλέκσα, γεγονός που αφήνει να υπονοήσουμε ότι πολλοί απ' αυτούς έμεναν εκεί αρκετό καιρό. Σε πολλές περιπτώσεις, εξάλλου, η εξινδιάνιση των ξένων ήταν πραγματική: τους δεχόταν τότε σε μια, πολλές φορές, ανώτερη κάστα, και η ινδική κοινωνία τούς αφομοίωνε.

Οι ασκητές, τέλος, περιλαμβάνονταν στους εκτός κάστας, γιατί η απόλυτη απόσπασή τους από την κοινωνία καθιστά τον όρο "χωρίς κάστα" πραγματικότητα.

Αυτές, ωστόσο, είναι εξαιρέσεις. Η απόκληρη κάστα των ακάθαρτων αποτελείται, στο σύνολό της, από κακομοίρηδες, που όλοι περιφρονούν και που η κατάστασή τους μοιάζει μ' αυτή των "ανάμικτων".



Οι "Ανάμικτοι"

Η διαίρεση σε κάστες δεν μπόρεσε να εφαρμοστεί με αρκετά αυστηρό τρόπο, έτσι που να αποφεύγονται οι γάμοι ανάμεσα σε άτομα διαφορετικής τάξης. Πολύ σύντομα, οι νομομαθείς αναγκάστηκαν να αντιμετωπίσουν πραγματικότητες, που τους παρακίνησαν να δώσουν λιγότερη ακαμψία στο σύστημα. Αν και ανέχτηκαν τους νόμιμους γάμους ανάμεσα σε διαφορετικές κάστες, τα παιδιά, ωστόσο, που προέρχονταν από τις ενώσεις αυτές -νόμιμες ή όχι- θεωρούνταν "έκπτωτα", γιατί δεν ανήκουν σε καμιά καθορισμένη κάστα. Η πολυγαμία χειροτέρεψε σίγουρα την κατάσταση πληθαίνοντας αυτού του είδους τις γεννήσεις. Το όνειδος που προσάπτεται στους "ανάμικτους" κρατάει δυο γενιές. Η ανυποληψία, ωστόσο, που τους καταδιώκει, δεν τους εμποδίζει να παίρνουν αξιόλογες θέσεις, ούτε να εξασκούν ευυπόληπτα επαγγέλματα, όπως είναι του βάρδου, του κήρυκα, του ασπιδοφόρου, του γιατρού ή του γραφέα, που τους εξομοιώνουν περισσότερο με τους "καθαρούς" σούντρα, παρά με τους "αποκλεισμένους" ή τους "ακάθαρτους".


ΖΑΝΙΝ ΟΜΠΟΥΑΓΙΕ, Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ ΖΩΗ ΣΤΗΝ ΑΡΧΑΙΑ ΙΝΔΙΑ (Μέχρι τον 8ο αιώνα μ.Χ.)

Jeannine Auboyer, La vie quotidienne dans l'Inde ancienne


Διαβάστε επίσης:

Σχόλια