Eργατική τάξη και Συνδικάτα

1984 - Απεργία των ανθρακωρύχων του Ντέρμπσαϊρ

Ποια μπορεί να είναι η απάντηση της βάσης στις γραφειοκρατικές ηγεσίες των συνδικάτων; Tο ερώτημα αυτό που απασχολεί τους επαναστάτες εδώ και πάνω από έναν αιώνα, έρχεται ξανά στην επικαιρότητα. O Σωτήρης Kοντογιάννης ψάχνει τις απαντήσεις.

Από την πρώτη στιγμή που εμφανίστηκαν, τα συνδικάτα αντιμετώπισαν την οργανωμένη επίθεση της άρχουσας τάξης. Οι πρώτες απόπειρες δημιουργίας εργατικών συλλόγων -ενώσεων αλληλοβοήθειας, πολιτιστικών σωματείων κλπ- στις αρχές του 19ου αιώνα αντιμετωπίστηκαν με την πιο άγρια σκληρότητα. 

Στην Βρετανία, τη χώρα όπου πρωτοεμφανίστηκε το "εργοστάσιο" τα δικαστήρια έκριναν το 1830 τις εργατικές ενώσεις νόμιμες. Αυτό, όμως, δεν πτόησε καθόλου ούτε την άρχουσα τάξη, ούτε την κυβέρνηση. Το 1833 η "φιλελεύθερη" κυβέρνηση έδωσε την άδεια στους εργοδότες να απαιτούν από τους εργάτες τους μια δήλωση ότι δεν ανήκουν, ούτε πρόκειται να ιδρύσουν ή να ενταχθούν σε κάποια εργατική ένωση πριν τους προσλάβουν. Το 1834 έξι εργάτες από το Ντόρτσεστερ -που έμειναν στην ιστορία σαν οι Μάρτυρες του Τολπούντλ- εξορίστηκαν αλυσοδεμένοι στην Αυστραλία γιατί τόλμησαν να αγνοήσουν αυτή την "συμφωνία".

Την ίδια χρονιά στην γειτονική Γαλλία ξέσπασε μια άγρια εξέγερση στην Λυών ενάντια στους δρακόντειους νόμους που είχε μόλις περάσει η κυβέρνηση ενάντια στις εργατικές ενώσεις. Η απαγόρευση των εργατικών ενώσεων  ήταν η απάντηση της κυβέρνησης σε μια ιστορική απεργία των υφαντών και των υφαντριών μεταξιού της Λυών -οργανωμένη από τον "σύλλογο αλληλοβοήθειας"- τον Φλεβάρη του 1834. Μέσα στα επόμενα χρόνια η μια μετά την άλλη οι άρχουσες τάξεις και οι κυβερνήσεις των βιομηχανικών χωρών ακολούθησαν τα παραδείγματα της Βρετανίας και της Γαλλίας κηρύσσοντας, όπου μπορούσαν τις εργατικές ενώσεις παράνομες, στέλνοντας τον στρατό και την αστυνομία να διαλύσει τις συγκεντρώσεις τους ή τιμωρώντας -συχνά ακόμα και με τον θάνατο- τους εργάτες και τις εργάτριες που πρωτοστατούσαν στην δημιουργία σωματείων.

Το μίσος της άρχουσας τάξης απέναντι στις εργατικές ενώσεις δεν έχει σβήσει. Τα συνδικάτα εξακολουθούν να είναι "κόκκινο πανί" για τους καπιταλιστές μέχρι και σήμερα. Ο Ρήγκαν στις ΗΠΑ και η Θάτσερ στην Βρετανία "εγκαινίασαν" και οι δύο την θητεία τους στην εξουσία την δεκαετία του 1980 με μετωπικές επιθέσεις στα ισχυρά συνδικάτα: ο Ρήγκαν απέλυσε μέσα σε μια ώρα όλους τους συνδικαλισμένους ελεγκτές εναέριας κυκλοφορίας. Η Θάτσερ επιτέθηκε το 1984 στους ανθρακωρύχους -που ήταν ένα από τα πιο οργανωμένα και δυνατά συνδικάτα της Βρετανίας. Οι ανθρακωρύχοι απάντησαν με μια μεγαλειώδη απεργία που κράτησε έναν ολόκληρο χρόνο. Η ήττα τους άνοιξε τον δρόμο για τις άγριες μεταρρυθμίσεις της αγοράς που επέβαλε η Θάτσερ τα επόμενα χρόνια, τις μεταρρυθμίσεις που της εξασφάλισαν τον "τίτλο" της "σιδηράς κυρίας" της Αγγλίας.

Θα ήταν λάθος να πιστέψει κανείς ότι οι επιθέσεις αυτές προκλήθηκαν, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, από την μαχητικότητα των ηγεσιών των συνδικαλιστικών αυτών ενώσεων. Η ιστορία είναι γεμάτη από παραδείγματα επιθέσεων σε εργατικά σωματεία που μόνο για ριζοσπαστισμό δεν μπορούν να κατηγορηθούν. Δεν χρειάζεται να πάμε μακρυά: η επίθεση που οργάνωσαν πριν από δυο χρόνια ο Καραμανλής και ο Αλογοσκούφης ενάντια στους εργαζόμενους στις ΔΕΚΟ -με το διαβόητο νομοσχέδιο για την «Οργάνωση λειτουργία και κρατική εποπτεία των δημοσίων επιχειρήσεων και οργανισμών του Δημοσίου» που προσπαθούσε να διαλύσει την δύναμη των συνδικάτων- δεν ήρθε ύστερα από κάποια μαχητική κινητοποίηση στις ΔΕΚΟ αλλά ύστερα από τον ίδιο τον επαίσχυντο συμβιβασμό της ηγεσίας της Ομοσπονδίας των εργαζομένων στον ΟΤΕ με την κυβέρνηση. Οι καπιταλιστές αντιμετωπίζουν οποιαδήποτε εργατική ένωση σαν απειλή: το πρώτο πράγμα που κάνει κάθε δικτατορία είναι να απαγορέψει και να διαλύσει τα εργατικά συνδικάτα. 

Η καταστολή, όμως, είναι μόνο η μια πτυχή της αντιμετώπισης της άρχουσας τάξης απέναντι στα συνδικάτα. Σε  εποχές,  όταν ο  συσχετισμός δύναμης ανάμεσα στις τάξεις δεν επιτρέπει στους καπιταλιστές ακραίες λύσεις, τα αφεντικά αναγνωρίζουν ότι είναι αναγκασμένα να συμβιώσουν με τα συνδικάτα. Για να εξασφαλίσουν την εργασιακή ειρήνη στις εποχές αυτές αναγκάζονται να προχωρήσουν σε μια ολόκληρη σειρά από παραχωρήσεις. Ο μεγαλύτερος αποδέκτης αυτών των παραχωρήσεων συνήθως δεν είναι η ίδια η εργατική τάξη αλλά η συνδικαλιστική γραφειοκρατία -το στρώμα των ανώτερων επαγγελματιών συνδικαλιστών που βρίσκεται στην κορυφή των εργατικών συνομοσπονδιών, ομοσπονδιών, εργατικών κέντρων ή μερικές φορές ακόμα και των μεγάλων πρωτοβάθμιων σωματείων.
Αυτή η διπλή αντιμετώπιση -της καταστολής από τη μία και της προσπάθειας ενστερνισμού των συνδικαλιστικών ηγεσιών, πατάει στις ίδια την αντιφατική φύση των συνδικαλιστικών ενώσεων. Γιατί αν η μια πτυχή των συνδικάτων είναι ότι αποτελούν απειλή για τον καπιταλισμό, η άλλη τους πτυχή είναι ότι αποτελούν ταυτόχρονα μηχανισμό του καπιταλισμού, έναν μηχανισμό που είναι αναγκαίος για την ομαλή του λειτουργία. Η συνδικαλιστική γραφειοκρατία είναι προϊόν αυτής ακριβώς της αντιφατικής φύσης.

Η δουλειά των εργατών είναι η κυριότερη πηγή πλούτου της σημερινής κοινωνίας. Τα κέρδη της άρχουσας τάξης -ο θεμέλιος λίθος πάνω στον οποία στηρίζεται ολόκληρη η δομή του καπιταλισμού- εξαρτώνται αποκλειστικά από τη δουλειά της εργατικής τάξης. Κάθε απειλή στον τρόπο, στον ρυθμό ή στην ένταση με την οποία αποσπάται η “υπεραξία” -το ποσοστό από την συνολική αξία των προϊόντων που παράγουν οι εργάτες που καταλήγει στα θησαυροφυλάκια των αφεντικών- αποτελεί απειλή για ολόκληρη την δομή του συστήματος. Για αυτό παρομοίαζε ο Λένιν τις απεργίες -ακόμα και την πιο μικρή και ασήμαντη- με τα “κεφάλια της Λερναίας Ύδρας της επανάστασης”. Ο φόβος των καπιταλιστών απέναντι στις εργατικές ενώσεις είναι απόλυτα δικαιολογημένος. Πράγματι αποτελούν, εν δυνάμει, απειλή για την ταξική τους κυριαρχία.

Ταυτόχρονα, όμως, ο καπιταλισμός υποβιβάζει τους εργάτες και τις εργάτριες σε “συντελεστές της παραγωγής”. Η εκμετάλλευση της εργατικής τάξης στον καπιταλισμό δεν στηρίζεται στην ανοιχτή βία -όπως συνέβαινε στις παλιότερες κοινωνίες. Στηρίζεται στους μηχανισμούς της αγοράς: οι εργάτες πουλάνε στους καπιταλιστές την “εργατική τους δύναμη” -όπως ονόμαζε ο Μαρξ την ικανότητα που έχει ένας εργάτης να εργάζεται και να παράγει. Με άλλα λόγια “νοικιάζουν” τον εαυτό τους στο αφεντικό τους για ένα 8ωρο (ή 10ωρο, 11ωρο κλπ ανάλογα με την εποχή και τις συνθήκες). Στο τέλος της μέρας όλα τα προϊόντα που παράγει αυτή η “εργατική δύναμη” ανήκουν στο αφεντικό ενώ ο εργάτης παίρνει για αντάλλαγμα απλά και μόνο το μεροκάματο -το αντίτιμο του “ενοικίου” για μια εργάσιμη ημέρα, το αντίτιμο από την πώληση αυτής της εργατικής δύναμης. 

Η προπαγάνδα του καπιταλισμού προσπαθεί να καλλιεργήσει την αντίληψη ότι η τιμή πώλησης της εργατικής δύναμης -το μεροκάματο δηλαδή- καθορίζεται απλά και μόνο από τους μηχανισμούς της αγοράς, τους μηχανισμούς που καθορίζουν τον τρόπο με τον οποίο ανταλλάσσονται όλα τα προϊόντα στον καπιταλισμό: από τον ανταγωνισμό, την προσφορά και την ζήτηση, την καπατσοσύνη του πωλητή και του αγοραστή, τους νομικούς εκβιασμούς, τα τερτίπια και τα κόλπα. 

Οι ηγεσίες των συνδικάτων βρίσκονται έτσι αντιμέτωπες με μια διπλή αποστολή: να οργανώσουν την εργατική τάξη και να διαπραγματευτούν  με τα αφεντικά για την τιμή της πώλησης της εργατικής της δύναμης. Η συνδικαλιστική γραφειοκρατία μετατρέπεται έτσι σε έναν θεσμό της καπιταλιστικής κοινωνίας -είναι ο αντιπρόσωπος της εργατικής τάξης, επιφορτισμένη με την αποστολή να μεσολαβεί ανάμεσα σε αυτήν και την εργοδοσία. 

Αυτή η θέση του μεσολαβητή σπρώχνει την συνδικαλιστική γραφειοκρατία σε μια ολόκληρη σειρά από συντηρητικές θέσεις. Πρώτα απ' όλα συντηρητισμό απέναντι σε κάθε “μη ρεαλιστικό” αίτημα -απέναντι στα αιτήματα που τα αφεντικά δηλώνουν ότι δεν μπορούν να ικανοποιήσουν. Ύστερα έναν συντηρητισμό απέναντι σε “τυχοδιωκτικές” κινητοποιήσεις -απεργίες συμπαράστασης σε άλλους κλάδους, για παράδειγμα. Και φυσικά έναν συντηρητισμό απέναντι στις πολιτικές κινητοποιήσεις -που ξεφεύγουν κατά την γνώμη τους από τους στόχους του συνδικαλιστικού κινήματος. Η Ρόζα Λούξεμπουργκ αφιέρωσε ένα ολόκληρο βιβλίο (“Μαζική απεργία, κόμμα, συνδικάτα”) για να αντικρούσει τον πάγιο και θεσμοθετημένο διαχωρισμό του “συνδικαλιστικού” από το “πολιτικό” στο Γερμανικό Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα (SPD) των αρχών του 20ου αιώνα. Και δεν δίστασε να χαρακτηρίσει τον συνδικαλισμό “συσίφειο έργο” -έναν χαρακτηρισμό που προκάλεσε την οργή των συντρόφων της μέσα στο SPD- για να δείξει πόσο καταστροφική ήταν αυτή η αντίληψη.

Τα αφεντικά, όπως είναι φυσικό, έτριβαν τα χέρια τους από ικανοποίηση. Και έτρεξαν να αγκαλιάσουν αυτή την γραφειοκρατία και να της προσφέρουν μια ολόκληρη σειρά από μικροπαροχές και μικροπρονόμια που τη διαχωρίζουν και υλικά από τους εργάτες που αντιπροσωπεύουν -και προσθέτουν στο συντηρητισμό τους και το φόβο να χάσουν αυτά τα προνόμια και να κατρακυλήσουν κοινωνικά πίσω στην εργατική τάξη. 

Αυτός ο συντηρητισμός των ηγεσιών έχει οδηγήσει πολλές φορές διάφορους επαναστάτες στην καταγγελία των “ξεπουλημένων, συμβιβασμένων ή υποταγμένων συνδικαλιστών” που έχει φτάσει, όχι σπάνια, ακόμα και σε προτάσεις διάσπασης των εργατικών ενώσεων και την δημιουργία “γνήσιων, ταξικών, κόκκινων σωματείων”. Στο βιβλίο του “Αριστερισμός – Παιδική ασθένεια του Κομμουνισμού” ο Λένιν αφιέρωσε ένα κεφάλαιο στο ερώτημα “Πρέπει οι επαναστάτες να δουλεύουν μέσα στα αντιδραστικά συνδικάτα” για να απαντήσει στις διασπαστικές προτάσεις για την δημιουργία “κόκκινων, επαναστατικών συνδικάτων” των “Γερμανών Αριστερών Κομμουνιστών”. “Δίνουμε μάχη”, γράφει, “ενάντια στις οπορτουνιστικές και σοσιαλ-σοβινιστικές ηγεσίες για να κερδίσουμε την εργατική τάξη στη δική μας πλευρά. Θα ήταν παράλογο να ξεχάσουμε αυτή την πιο στοιχειώδη και αυταπόδεικτη αλήθεια. Όμως είναι ακόμα μεγαλύτερος παραλογισμός όταν οι Γερμανοί “Αριστεροί” Κομμουνιστές καταλήγουν, λόγω ακριβώς αυτού του αντιδραστικού αντεπαναστατικού χαρακτήρα των ανώτατων ηγεσιών των συνδικάτων, στο συμπέρασμα ότι... θα πρέπει να αποσυρθούμε από τα συνδικάτα, να αρνηθούμε να δουλέψουμε σε αυτά και να δημιουργήσουμε τεχνητές μορφές εργατικής οργάνωσης!... Το να αρνηθούμε να δουλέψουμε στα αντιδραστικά σωματεία σημαίνει να αφήσουμε τις ακόμα μη αναπτυγμένες ή τις καθυστερημένες μάζες των εργατών στην επιρροή αυτών των αντιδραστικών ηγεσιών, τους πράκτορες της αστικής τάξης...”

Η ήττα της Ρώσικης Επανάστασης και η επικράτηση του σταλινισμού μέσα στην αριστερά σε ολόκληρο τον κόσμο εξαφάνισε τα επόμενα χρόνια την κριτική του Λένιν. Την δεκαετία του 1930 τα Κομμουνιστικά Κόμματα σε ολόκληρο τον κόσμο αρνιόνταν κάθε συνεργασία με τους ηγέτες των σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων ακόμα και όταν αντιμετώπιζαν τη δολοφονική απειλή των φασιστών. Για τον Στάλιν οι ηγέτες των σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων ήταν “σοσιαλφασίστες” -ίδιοι αν όχι και χειρότεροι από τους ναζί. Και οι δύο ήταν απλά “δεκανίκια του καπιταλισμού”. Οι κομμουνιστές δεν έπρεπε να έχουν καμιά σχέση μαζί τους. Οι μάζες που τους ακολουθούσαν θα έπρεπε να “αφυπνιστούν” -και ο καλύτερος τρόπος για να επιτευχθεί αυτό ήταν μέσα από τις καταγγελίες των κομμουνιστών. Η καταστροφική αυτή ταχτική έδωσε τα περιθώρια στους ναζί στη Γερμανία να συντρίψουν το 1933 το εργατικό κίνημα -παρόλο που η επιρροή και η δύναμη της αριστεράς ήταν πολύ μεγαλύτερη από τη δική τους.

Παρά τις καταστροφικές αυτές εμπειρίες τα επιχειρήματα αυτά συνεχίζουν να επιβιώνουν σήμερα σε πολλά κομμάτια της επαναστατικής αριστεράς -κύρια αυτής που προέρχεται από την σταλινική παράδοση αλλά όχι μόνο. Αυτό που δικαιολογεί, υποτίθεται, αυτή τη στάση είναι οι αλλαγές μέσα στον καπιταλισμό, από τη μια και την εργατική τάξη από την άλλη, που έχουν μεσολαβήσει από την εποχή του Λένιν μέχρι σήμερα. 

Δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία ότι η κοινωνία μέσα στην οποία ζούμε έχει αλλάξει πολύ μέσα στον έναν αιώνα που έχει περάσει από τότε που ο Λένιν έγραφε τον “Aριστερισμό”. Οι αλλαγές αυτές, όμως, με κανέναν τρόπο δεν δικαιολογούν την υιοθέτηση απόψεων σαν αυτές που υποστήριζαν οι Γερμανοί Αριστεροί Κομμουνιστές τη δεκαετία του 1920. 

Ο τυπικός εργάτης στην Ευρώπη του 21ου αιώνα δεν είναι πια αποκλειστικά άντρας, δουλεύει σε γραφείο ή ελέγχει κάποια μηχανή μέσα από την οθόνη ενός υπολογιστή, έχει ιατροφαρμακευτική περίθαλψη, πληρωμένες διακοπές, ξέρει να γράφει και να διαβάζει και απολαμβάνει ένα βιοτικό επίπεδο που οι παππούδες του ούτε να ονειρευτούν είχαν τολμήσει. Το επίπεδο της εκμετάλλευσής του, όμως, έχει τιναχτεί ακόμα περισσότερο στα ύψη: η απόσταση ανάμεσα στην αξία αυτών που παράγει και του μεροκάματου του θα έκανε τους καπιταλιστές του 19ου αιώνα να αφρίσουν από ζήλια.

Στην πορεία αυτή πολλά παραδοσιακά κομμάτια της εργατικής τάξης -συχνά τα πιο δυναμικά και τα πιο οργανωμένα- πέρασαν στο περιθώριο και διαλύθηκαν. Η κλωστοϋφαντουργία είναι ένα καλό παράδειγμα. Στις αρχές του 20ου αιώνα ήταν η πιο σύγχρονη και δυναμική βιομηχανία στον αναπτυγμένο κόσμο -και φυσικά συνδικαλιστικά η πιο καλά οργανωμένη. Οι εργαζόμενοι στην κλωστοϋφαντουργία εδώ στην Ελλάδα -από τις εργάτριες του Ρετσίνα που οργάνωσαν την πρώτη απεργία γυναικών στον Πειραιά πριν από έναν αιώνα μέχρι τους ηρωικούς απεργούς της Πειραϊκής Πατραϊκής και του Γαβριήλ τη δεκαετία του 1980 και του 1990- ήταν για πολλά χρόνια η αιχμή του δόρατος του συνδικαλιστικού κινήματος.  Σήμερα η κλωστοϋφαντουργία -χάρη στην πρόοδο της τεχνολογίας από την μια αλλά και της ανάπτυξης της εργατικής τάξης στις άλλες περιοχές του πλανήτη- έχει συρρικνωθεί στην Ευρώπη, στις ΗΠΑ και τις άλλες βιομηχανικά αναπτυγμένες περιοχές του πλανήτη. Οι εργαζόμενοι έδωσαν ηρωικές μάχες για να κρατήσουν τα εργοστάσια ανοιχτά αλλά στο τέλος έχασαν. Οι περισσότερες επιχειρήσεις έκλεισαν, οι εργαζόμενοι απολύθηκαν και τα σωματεία διαλύθηκαν.

Αυτή η καταστροφή των παραδοσιακών κλάδων, όμως, δεν σήμαινε και το “τέλος της εργατικής τάξης” -όπως πολλοί έτρεξαν να αναγγείλουν. Τη θέση τους στην οικονομία κατέλαβαν γρήγορα νέοι κλάδοι -οι οποίοι, όπως ακριβώς είχε προβλέψει ο Μαρξ πριν από 150 χρόνια, έτρεξαν αμέσως να οργανωθούν. Τα παιδιά και τα εγγόνια των εργατών και των εργατριών του Ρετσίνα και της Πειραϊκής Πατραϊκής δουλεύουν σήμερα σε τράπεζες, στις τηλεπικοινωνίες, στην ενέργεια -στους σημερινούς “δυναμικούς” κλάδους του ελληνικού καπιταλισμού. Η ΟΤΟΕ, η ομοσπονδία των εργαζομένων στις τράπεζες είναι σήμερα ένα από τα πιο δυνατά συνδικάτα στην Ελλάδα -ένα από τα συνδικάτα που έχει προκαλέσει πολλούς πονοκεφάλους στους τραπεζίτες και τις κυβερνήσεις τα τελευταία χρόνια. Και το ίδιο ακριβώς ισχύει στον ΟΤΕ και στη ΔΕΗ. Παρά τις προσπάθειες της εργοδοσίας οι κλάδοι “αιχμής” της οικονομίας γίνονται κατά κανόνα πολύ γρήγορα και “κλάδοι αιχμής” του συνδικαλιστικού κινήματος.

Η Σοσιαλδημοκρατία δεν περιμένει πια μια επαναστατική κρίση, σαν αυτή της δεκαετίας του 1910 στην Γερμανία, για να της εμπιστευθεί η άρχουσα τάξη την διάσωσή της από τον “Μπολσεβικισμό”. Στη μεταπολεμική Ευρώπη σοσιαλδημοκρατικά κόμματα ή ακόμα και συμμαχίες Σοσιαλδημοκρατών-Κομμουνιστών εναλλάσσονται με τη δεξιά “ομαλά” ξανά και ξανά στην εξουσία. Στην Ελλάδα το ΠΑΣΟΚ κυβέρνησε συνεχώς, σχεδόν χωρίς καμιά διακοπή, για πάνω από 20 χρόνια. Ξανά και ξανά τα συνδικάτα -και οι σοσιαλδημοκρατικές τους ηγεσίες- σε όλες τις χώρες της Ευρώπης έχουν βρεθεί αντιμέτωπα με επιθέσεις οργανωμένες από τους “συντρόφους” τους που τυχαίνει εκείνη την εποχή να βρίσκονται στην εξουσία. 

Αυτές οι εξελίξεις έχουν οδηγήσει ένα κομμάτι της επαναστατικής αριστεράς σε μια ολοκληρωτική ανατροπή της ανάλυσης που μας έχουν κληροδοτήσει ο Μαρξ, ο Ενγκελς, η Ρόζα ή ο Λένιν για το ρεφορμισμό, τα συνδικάτα και την συνδικαλιστική γραφειοκρατία. Η Σοσιαλδημοκρατία, λένε, έχει χάσει τον παλιό της ταξικό χαρακτήρα. Κόμματα σαν το ΠΑΣΟΚ ή το σημερινό γερμανικό SPD δεν έχουν καμιά σχέση με τα παλιά σοσιαλδημοκρατικά κόμματα της εποχής του Λένιν. Έχουν γίνει αστικά κόμματα. Η σχέση τους με τα οργανωμένα κομμάτια της εργατικής τάξης είναι πλαστή: περιορίζεται σε σχέσεις με συνδικαλιστικούς ηγέτες που οφείλουν τη θέση τους στην κορυφή της συνδικαλιστικής ηγεσίας στις σχέσεις του κόμματός τους με την εξουσία. Με άλλα λόγια, δεν είναι συνδικαλιστική γραφειοκρατία, όπως έλεγε ο Λένιν, αλλά μια “κίτρινη”, εγκάθετη ηγεσία. Αυτό που πρέπει να κάνουν οι επαναστάτες είναι απλά να τους καταγγέλλουν και όχι να “αναπαράγουν τις αυταπάτες που μπορεί να τρέφουν οι εργάτες για αυτούς”. 

Η θεωρία αυτή όμως δεν αντέχει ούτε ένα λεπτό στην κριτική της εμπειρίας. Το 2001 εδώ στην Ελλάδα τα συνδικάτα ξεσήκωσαν τη μεγαλύτερη ανταρσία ενάντια στην άρχουσα τάξη που έχουμε δει τα τελευταία χρόνια με τη γενική απεργία ενάντια στο νομοσχέδιο για τις συντάξεις του Γιαννίτση. Επικεφαλής της ανταρσίας η ΓΣΕΕ και η ΑΔΕΔΥ -και οι δυο κάτω από ηγεσίες που όχι μόνο ανήκαν στο ΠΑΣΟΚ αλλά στήριζαν και ενεργητικά την εκσυγχρονιστική πτέρυγα του Σημίτη. Η δύναμη της απεργίας εκείνης ανάγκασε την άρχουσα τάξη σε μια αναδίπλωση την οποία δεν έχει καταφέρει να ξεπεράσει ακόμα. Αντίστοιχα παραδείγματα υπάρχουν από όλες σχεδόν τις χώρες της Ευρώπης -τη Γαλλία με τις κινητοποιήσεις ενάντια στην κυβέρνηση του Ζοσπέν, τη Γερμανία με την ανταρσία ενάντια στην Ατζέντα 2010 του Σρέντερ κλπ.

Η γενική απεργία που ανάγκασε τον Σημίτη να αποσύρει το νομοσχέδιο του Γιαννίτση δεν ξεκίνησε, προφανώς, από τον Πολυζωγόπουλο, τον τότε πρόεδρο της ΓΣΕΕ. Αλλά η ίδια η θέση της συνδικαλιστικής γραφειοκρατίας την κάνει ευάλωτη στις πιέσεις από τα κάτω -και η απεργία του 2001 το έδειξε αυτό όσο πιο καθαρά γινόταν. Αυτός που ανάγκασε τον Πολυζωγόπουλο να καλέσει σε απεργία ήταν η οργή των εργατών. Αν την αγνοούσε θα αμφισβητούσε απλά τη θέση του σαν του “ανώτατου μεσολαβητή”. Και θα άφηνε το περιθώριο σε άλλους να πάρουν οι ίδιοι στα χέρια τους την ηγεσία του αγώνα -με καταστροφικές συνέπειες όχι μόνο για τους ίδιους τους γραφειοκράτες αλλά και για την εργασιακή ειρήνη -το ευαγγέλιο της συνδικαλιστικής γραφειοκρατίας.

Η θέση των επαναστατών δεν είναι “έξω αριστερά”, στον δικό τους “καθαρό, κόκκινο, επαναστατικό” κόσμο. Η θέση τους είναι μέσα στην εργατική τάξη. Κανένα “κόκκινο σωματείο”, όσο επαναστατική και να δηλώνει η ηγεσία του, δεν μπορεί να καλέσει μια γενική απεργία. Μόνο η ΓΣΕΕ και η ΑΔΕΔΥ μπορούν. Η θέση “έξω αριστερά” σημαίνει απλά παραίτηση από την ελπίδα να οργανωθεί μια γενική απεργία. Με άλλα λόγια παραίτηση από την προοπτική αλλαγής του κόσμου -όσες γροθιές και να υψώνουν οι κόκκινοι συνδικαλιστές και όσες φορές και να τραγουδάνε την Διεθνή. 

Αυτό που χρειαζόμαστε δεν είναι μια καταγγελία των “υποταγμένων συνδικαλιστών” αλλά  ένα δυνατό δίκτυο επαναστατών μέσα στους χώρους δουλειάς που θα οργανώνει τις κινητοποιήσεις από τα κάτω και με αυτόν τον τρόπο θα βάζει πίεση και πάνω στους ίδιους τους γραφειοκράτες να μπουν στον αγώνα.  Η διαδήλωση, που έγινε σε πείσμα της απόφασης του Παναγόπουλου, στην φετινή ΔΕΘ στην Θεσσαλονίκη είναι ένα πολύ καλό παράδειγμα της δύναμης που έχει αυτή η ταχτική. Στη ΔΕΘ οι σύντροφοι και οι συντρόφισσες της ΕΝ.ΑΝΤΙ.Α δεν πήραν τις ντουντούκες να καταγγείλουν την ΓΣEE αλλά για να καλέσουν τους εργάτες να αψηφήσουν την απόφαση. Χάρη σε αυτή την ταχτική καταφέραμε να βαδίσουμε προς την ΔΕΘ με ολόκληρη σχεδόν την συγκέντρωση μαζί μας.

Αυτή η τακτική δεν είναι καινούργια. Έχει τις ρίζες της στη επαναστατική Γ' Διεθνή του Λένιν και του Τρότσκι, τη Διεθνή της εποχής της Ρώσικης Επανάστασης. Η ταχτική αυτή έχει όνομα, ονομάζεται “ενιαίο μέτωπο”: δουλεύουμε μαζί με όλους τους συναδέλφους μας μέσα στα σωματεία. Οργανώνουμε τις μάχες από τα κάτω -με συλλογή υπογραφών, ανοιχτές συζητήσεις, δημιουργία επιτροπών,  γενικές συνελεύσεις. Συμμετέχουμε με όλες μας τις δυνάμεις σε κάθε μικρή ή μεγάλη κινητοποίηση, όσο ξεπουλημένες και να είναι οι ηγεσίες. Και βάζουμε όλες μας τις δυνάμεις για να πετύχουν αυτές οι κινητοποιήσεις, ξεπερνώντας τις τρικλοποδιές που μπορεί να βάζουν οι Παναγόπουλοι και οι Πολυζωγόπουλοι. Με κάθε πρόκληση της κυβέρνησης ή της εργοδοσίας προτείνουμε στο σωματείο μας κινητοποίηση. Και απευθύνουμε το κάλεσμα όχι μόνο στην βάση αλλά και στην ίδια την ηγεσία -βάζοντας  τους έτσι πίεση να ανταποκριθούν. Γιατί δεν ξεχνάμε ότι ακόμα και η πιο μικρή κινητοποίηση είναι “ένα κεφάλι της Λερναίας Ύδρας της Επανάστασης”. Και αν οι ηγεσίες δεν θέλουν να ανταποκριθούν -τόσο το χειρότερο για αυτές. Το μόνο που θα κερδίσουν θα είναι την απαξίωση στα μάτια των εργατών -την απαξίωση που τους αξίζει.

Aυτή η προσπάθεια οργάνωσης από τα κάτω έχει δώσει πλούσιες εμπειρίες από τον καιρό του Λένιν μέχρι σήμερα. Οργανωμένα δίκτυα της βάσης των συνδικάτων ήταν πρωταγωνιστές ξανά και ξανά: στην Κόκκινη Διετία της Ιταλίας το 1919-20 όταν οι εργοστασιακές επιτροπές που ξεκίνησαν από τους εργάτες της αυτοκινητοβιομηχανίας του Τορίνο (“εργατική αριστοκρατία” υποτίθεται της εποχής) ανάγκασαν τα συνδικάτα να ευλογήσουν το μεγαλύτερο κίνημα καταλήψεων των εργοστασίων.

Στην δεκαετία 1930 στις HΠA φούντωσε ένα σαρωτικό κύμα καταλήψεων, όταν η οργάνωση από τα κάτω επέβαλε ακόμα και στις πιο ξεπουλημένες ηγεσίες να συγκρουστούν με τα ισχυρότερα αφεντικά του πλανήτη, τη Φορντ και την Tζένεραλ Mότορς. Mεταπολεμικά και πάλι η Iταλία, με καυτό φθινόπωρο του 1969 έδωσε το παράδειγμα για το πόσο επίκαιρη παραμένει αυτή η τακτική. Αλλά και στην Bρετανία οι οργανώσεις Rank and File μέσα στο συνδικαλιστικό κίνημα ανάγκασαν την αρχαιότερη συνδικαλιστική γραφειοκρατία να μπει μπροστά σε νικηφόρες μάχες στις αρχές της δεκαετίας του ‘70.

Kαι βέβαια στην Eλλάδα της ίδιας εποχής, στο απεργιακό κίνημα της Mεταπολίτευσης, οι πρωταγωνιστές ήταν τα εργοστασιακά σωματεία και οι αντίστοιχες μορφές οργάνωσης της βάσης σε όλες τις μεγάλες Oμοσπονδίες. Aυτές τις παραδόσεις άρχιζαν να θυμίζουν οι δάσκαλοι με την περσινή απεργία τους και εκεί βρίσκεται το κλειδί για μια αποτελεσματική παρέμβαση των επαναστατών στα συνδικάτα.

Σχόλια

Οι Μειονότητες στην Ελλάδα

Το τέλος των Βαλκανικών πολέμων, η συμφωνία του Νεϊγύ μετά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και η Συνθήκη της Λωζάνης το 1923, διαμόρφωσαν την Ελλάδα σε ένα πολυεθνικό κράτος. Όχι μόνο μέσα από την προσάρτηση εδαφών αλλά και εθνοτήτων που μέχρι τότε ανήκαν στο τμήμα της πολυεθνικής Οθωμανικής Αυτοκρατορίας στα Βαλκάνια. Αυτή είναι η αρχή του πώς στην Ελλάδα υπάρχουν διάφορες καταπιεσμένες εθνικές μειονότητες, οι Τούρκοι και οι Πομάκοι της Θράκης, οι Μακεδόνες, κ.ά.

Γυναίκες ενάντια στον καπιταλισμό

100 χρόνια από τη θρυλική απεργία που διεκδικούσε “ψωμί και τριαντάφυλλα”, η πάλη για την απελευθέρωση των γυναικών είναι πιο στενά δεμένη παρά ποτέ με την πάλη των εργατών ενάντια στον καπιταλισμό, υποστηρίζει η Μαρία Στύλλου.

100 χρόνια από τη Συνθήκη του Μπρεστ-Λιτόφσκ

Η Συνθήκη του Μπρεστ-Λιτόφσκ βοήθησε το ξέσπασμα της Γερμανικής Επανάστασης. Εκατομμύρια φαντάροι, εργάτες, εργάτριες έθεταν στον εαυτό τους το απλό ερώτημα: αφού οι «Ρώσοι» είναι διατεθειμένοι να κάνουν τόσες θυσίες για την ειρήνη, τότε γιατί να συνεχιστεί ο πόλεμος; Γιατί να μην ακολουθήσουμε το παράδειγμά τους;

170 χρόνια Κομμουνιστικό Μανιφέστο

Ο Μαρξ κι ο Ένγκελς έγραψαν το Μανιφέστο του Κομμουνιστικού Κόμματος για λογαριασμό της επαναστατικής οργάνωσης που ήταν μέλη. Στο δεύτερο συνέδριό της που έγινε τον Νοέμβρη του 1847 η Ένωση των Δικαίων μετονομάστηκε σε Ένωση των Κομμουνιστών και τους εξουσιοδότησε να εκθέσουν δημόσια σε ένα σύντομο κείμενο τις βασικές αρχές της αλλά και το άμεσο πρόγραμμα δράσης της. Το Μανιφέστο ήταν δηλαδή μια παρέμβαση στις εξελίξεις, όχι ένα κείμενο που προοριζόταν για τους μακρινούς απογόνους στο μέλλον. Κι οι εξελίξεις «μύριζαν μπαρούτι», ήδη πριν τα τέλη του 1847, η Ευρώπη ολόκληρη έμοιαζε με ηφαίστειο που ετοιμαζόταν να εκραγεί. Το Μανιφέστο «βγήκε» από το τυπογραφείο στις 21 Φλεβάρη.

Ιμπεριαλισμός και Πόλεμος

Ο κύριος μηχανισμός που υιοθετήθηκε από τον καπιταλισμό στο τέλος του περασμένου αιώνα ήταν η επέκταση πέρα από τα αρχικά κέντρα του συστήματος στη Δυτική Ευρώπη και τη Βόρεια Αμερική, μια διαδικασία που έγινε γνωστή με τον όρο "ιμπεριαλισμός".