Πραγματικές και φανταστικές μπουρζουαζίες

Αργεντινή, 2001. "Να φύγουν όλοι!! Κυβέρνηση εργατών και επιτροπών γειτονιάς"

Κλαούντιο Κατζ 
Περιοδικό ISJ
 24 Μαρτίου 2005

Το στρατηγικό σχέδιο της κυβέρνησης της Αργεντινής του Νέστορ Κίρχνερ είναι η «αναδόμηση του εθνικού καπιταλισμού». Φυσικά, έχει την έγκριση των χρηματοοικονομικών συμβούλων και των βιομηχάνων της χώρας. Αλλά πολλοί «προοδευτικοί» Αργεντίνοι διανοούμενοι στηρίζουν επίσης αυτό το σκοπό. Δεν εξηγούν πώς η ανασύνθεση ενός συστήματος που καταπιέζει τους ανθρώπους θα μπορούσε να ωφελήσει την πλειοψηφία. Ο καπιταλισμός -και η ακραία εκδοχή του γνωστή ως νεοφιλελευθερισμός- είναι η πηγή της κοινωνικής τραγωδίας που βασανίζει την Αργεντινή.

Οι εκπρόσωποι του «προοδευτισμού» θεωρούν ότι «ένας άλλος καπιταλισμός» είναι εφικτός μέσα από την «αναδημιουργία μιας πραγματικά εθνικής μπουρζουαζίας» κι ότι αυτό θα είναι κάτι ευεργετικό. Και αντιπαραβάλλουν στο υπάρχον μοντέλο της αστικής συσσώρευσης αυτό που βρισκόταν σε ισχύ τις δεκαετίες του 1950 του '60 και του '70. Αλλά μήπως δεν είναι η υπάρχουσα κυρίαρχη τάξη κληρονόμος της προηγούμενης μπουρζουαζίας; Είναι η ασυνέχεια μεταξύ των δύο αυτών ομάδων τόσο σημαντική;

Μέλη, σύνθεση και εθνικότητα

Αν ο όρος «εθνική μπουρζουαζία» χρησιμοποιείται για να περιγράψει τους μεγάλους ντόπιους ιδιοκτήτες των μέσων παραγωγής, τότε αναπαριστά με ακρίβεια την τάξη των καπιταλιστών του παρελθόντος και του παρόντος. Αυτό είναι ένα μπλοκ αποτελούμενο απ' τις διακριτές φράξιες που ελέγχουν την οικονομία της Αργεντινής. Συγκεκριμένες οικονομικές πολιτικές ευνοούν την ηγεμονία του ενός τμήματος σε βάρος του άλλου, αλλά αυτή η επικράτηση δεν είναι ποτέ οριστική. Αν η μετατρεψιμότητα [η σύνδεση του Αργεντίνικου πέσο με την αξία του δολαρίου των ΗΠΑ] ευνόησε τις ομάδες που είχαν άκρες στις ιδιωτικοποιήσεις και το δημόσιο χρέος, η υποτίμηση βοήθησε εκείνους τους τομείς που είχαν να κάνουν με τις εξαγωγές και με την προσφορά υποκατάστατων για τα εισαγόμενα προϊόντα. 

Η σύνθεση του κυρίαρχου μπλοκ άλλαξε τις τελευταίες τρεις δεκαετίες, αλλά η αύξηση και η ελάττωση των επενδύσεων έλαβε χώρα στο ίδιο πλαίσιο της καπιταλιστικής οργάνωσης. Κάποιες εταιρίες διατήρησαν τη θέση τους (Perez Companc, Pescarmona. Loma Negra), άλλες έχασαν τη σημασία τους (FATE), ενώ κάποιες γνώρισαν ραγδαία ανάπτυξη (Macri, Arcor, Roggio). Η συγχώνευση με ξένους ομίλους και η μεταφορά κεφαλαίου στο εξωτερικό τροποποίησε την εθνικότητα πολλών επιχειρήσεων. Αλλά αυτές οι διαδικασίες δεν διαφοροποιούν τον τοπικό χαρακτήρα της μπουρζουαζίας. Η Αργεντινή αποτελεί την επιχειρηματική βάση και την κύρια -ή πολύ σημαντική- πηγή κερδών για την πλειονοτήτα των εταιριών. Ακόμη κι αν διατηρούν 80 τρις δολάρια έξω από την Αργεντινή έχουν την τάση να μεταφέρουν κεφάλαια εντός και εκτός χώρας με τρόπο κυνικό, σύμφωνα με τις απαιτήσεις της κερδοφορίας. Στο πρώτο μισό της δεκαετίας του '90 έκαναν εισαγωγή κεφαλαίου προκειμένου να συμμετάσχουν στις ιδιωτικοποιήσεις και τα επόμενα πέντε χρόνια πούλησαν το μερίδιό τους και έβγαλαν τα λεφτά τους στο εξωτερικό. Τώρα προχωρούν στον επαναπατρισμό κεφαλαίων προκειμένου να αποκτήσουν πράγματα που έχουν φθηνύνει με την υποτίμηση και να αυξήσουν τα πλούτη τους μέσα από την επανεκκίνηση της οικονομίας. Αυτές οι διακυμάνσεις αποδεικνύουν ότι η χώρα αποτελεί το κεντρικό σημείο αναφοράς για τις «δουλειές» τους. Παρόλο που επενδύουν και σε άλλες περιοχές (Λατινική Αμερική, Κεντρική Ασία) και έχουν αποκτήσει επιχειρηματικούς δεσμούς με ξένους εταίρους (Techint) η πλειονότητα των εταιριών δεν εμπλέκεται στη διαδικασία της συγχώνευσης σε ηπειρωτικό επίπεδο (όπως συμβαίνει στην Ευρώπη) ούτε αυτοπεριορίζεται στο ρόλο του απλού χρηματοοικονομικού μεσάζοντα (όπως συμβαίνει με τα κράτη της Καραϊβικής).

Οι τοπικοί όμιλοι έχασαν έδαφος προς όφελος των ξένων επιχειρήσεων στην εγχώρια αγορά. μοιράζονται με ξένους καπιταλιστές τα κέρδη που προκύπτουν από την εκμετάλλευση των εργαζόμενων και λειτουργούν κάτω από την ίδια εποπτεία του ΔΝΤ,  όπως και οι διεθνείς επιχειρήσεις. Όμως η οικονομική ύφεση και η πολιτική εμπλοκή έχει απλά αδυνατίσει την παρουσία της εθνικής μπουρζουαζίας και σε καμιά περίπτωση δεν την έχει αφανίσει.

"Ολιγαρχία" και "ταξική συνείδηση"

Πολλοί Αργεντίνοι οικονομολόγοι θεωρούν ότι το νέο κυρίαρχο μπλοκ συνιστά μια «νέα ολιγαρχία». Αλλά αυτός ο παλιός όρος -που χρησιμοποιούνται για να περιγράψει τους μεγάλους γαιοκτήμονες- δεν είναι κατάλληλος για να περιγράψει τα μεγάλα οικονομικά συγκροτήματα του σήμερα. Αυτοί οι τομείς δεν είναι παθητικοί ραντιέρηδες και ούτε μπορούν να αποφύγουν τις ανταγωνιστικές επενδύσεις.

Σίγουρα ανακατεύονται σε δραστηριότητες ενός "τυχοδιωκτικού" είδους. Αλλά μια τέτοια διαχείριση δεν είναι ασυμβίβαστη με το να είσαι κομμάτι της εθνικής μπουρζουαζίας από τη στιγμή που αυτή πάντα περιελάμβανε Μαφιόζους και μέλη της κρατικής ελίτ. Ο «υπεύθυνος επιχειρηματίας» βρίσκεται στην πραγματικότητα σε παρακμή παγκοσμίως, όπως είναι φανερό και από τα πρόσφατα σκάνδαλα Enron και Parmalat. Ούτε και η «επέκταση» των επιχειρήσεων συνιστά χαρακτηριστικό της ολιγαρχίας καθώς η μεταφορά δραστηριοτήτων με σκοπό το κέρδος είναι ένας πρόσφατος τρόπος αποζημίωσης για τα ρίσκα που παίρνει κανείς.

Τα αφεντικά των Αργεντίνικων εταιριών έχουν αδυναμία στη «χρηματιστική κερδοσκοπία». Όμως, αυτή η τάση δεν είναι κάποια ιδεολογική ιδιομορφία ούτε είναι κάτι που τους κάνει λιγότερο αστούς. Η εξοικείωση με την κερδοσκοπική εναλλακτική (1985-89 και 1998-2002) διαδέχεται ή εξελίσσεται σε φάσεις προτεραιότητας στην επιχειρηματική δραστηριότητα (1990-95 κι από το 2003 και μετά).

Ούτε ακόμα ο «κληροκρατικός» χαρακτήρας του [τα κέρδη που αντλεί από την προνομιακή του θέση] τοποθετεί αυτή την ομάδα έξω από την τροχιά του εθνικού καπιταλισμού, από τη στιγμή που η εξάρτηση από τις δημόσιες επιχορηγήσεις δεν είναι μία ομοιομορφία των τελευταίων τριών δεκαετιών. Το κράτος χρηματοδότησε σε διάφορα στάδια από το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και μετά την αντικατάσταση των εισαγωγών, τον αναπτυξιακό προστατευτισμό, την «προώθηση της βιομηχανίας» και τα «πλάνα ανταγωνιστικότητας». Αυτοί οι μηχανισμοί είχαν σα στόχο την άνοδο και τη διατήρηση της Αργεντίνικης καπιταλιστικής τάξης. 

Η ερμηνεία άλλων αναλυτών είναι ότι οι εγχώριοι διευθυντές των επιχειρήσεων δεν είναι "ούτε εθνική ούτε μπουρζουαζία" γιατί "δεν έχουν ταξική συνείδηση» αφού πουλάνε τα εργοστάσιά τους "σε ξένους χρηματοοικονομικούς ομίλους και επιχειρηματίες". Συμβαίνει όμως να ανακτούν την ταξική τους συνείδηση κάθε φορά που το κεφάλαιο εισρέει και πάλι στη χώρα για να ξαναβάλουν μπρος τις «δουλειές» τους; Μια τέτοια ιδιότητα δεν μπορεί να εξαφανίζεται και να επανεμφανίζεται με μια τέτοια συχνότητα.

Επικράτειες και σχεδιασμοί

Η εξαφάνιση της «εθνικής μπουρζουαζίας» είναι το συμπέρασμα στο οποίο καταλήγουν οι θεωρητικοί της «Αυτοκρατορίας». Υποθέτουν ότι η «αποχωροθέτηση της εξουσίας» έσπρωξε τις καπιταλιστικές τάξεις της περιφέρειας στην ενσωμάτωσή τους σε μία νέα διεθνική κυριαρχία που πήρε τη θέση του παλιού ανταγωνισμού των δυνάμεων. 

Αλλά ποια σύγχρονη εξέλιξη παρέχει επιβεβαίωση της κυριαρχίας μιας υπερφυσικής αυτοκρατορίας; Για παράδειγμα, ο Αμερικανικός στρατός κατέχει το Ιράκ για τα συμφέροντα του «παγκόσμιου κεφαλαίου» ή των Αμερικανικών εταιριών που ανταγωνίζονται τις Ευρωπαϊκές επιχειρήσεις; Το ομοιογενές διεθνικό σύμπαν είναι τόσο φανταστικό όσο και η διάλυση των περιφερειακών καπιταλιστικών τάξεων σε μία απροσδιόριστη ομαδοποίηση.

Ενώ οι Αμερικανικές επιχειρήσεις ελέγχουν τους τομείς-κλειδιά της Αργεντίνικης οικονομίας, καμιά φιγούρα του Αργεντίνικου επιχειρηματικού κόσμου δεν παίζει τον παραμικρό ρόλο στην Αμερικανική παραγωγική διαδικασία. Σίγουρα, οι συνθήκες του ανταγωνισμού έχουν αλλάξει, οι συμμαχίες είναι πολύ διαφορετικές απ' ότι ήταν στα χρόνια του μεσοπολέμου, αλλά συνεχίζουν να εγκαθίστανται κάτω από την επίδραση διακριτών κρατικών μηχανισμών. Η διαμάχη μεταξύ οριζόντιων επιχειρηματικών συμμαχιών του τύπου “Perez Companc-Exxon εναντίον Technit-Texaco”  είναι καθαρή φαντασιοπληξία.

Η συνεχιζόμενη ιμπεριαλιστική κυριαρχία προκαλεί κάθε τόσο συγκρούσεις μεταξύ των πολυεθνικών επιχειρήσεων και των περιφερειακών καπιταλιστικών τάξεων. Ο διάλογος γύρω από το Ελεύθερο Εμπόριο στη Αμερική είναι απλά το πιο πρόσφατο παράδειγμα. Αν οι καπιταλιστές του Τρίτου Κόσμου είχαν εξαφανιστεί δεν θα υπήρχαν αποκλίσεις στους δασμούς μεταξύ Αμερικανών εξαγωγέων και ντόπιων βιομηχάνων.

Ξεκινώντας από μια εντελώς διαφορετική αντίληψη, μια άλλη προσέγγιση εντοπίζει την εξαφάνιση των εξαρτημένων αστικών τάξεων στην απουσία «εθνικών σχεδίων» συγκρίσιμων με την αντικατάσταση των εισαγωγών των μεταπολεμικών χρόνων. Αλλά η αναμφισβήτητη εγκατάλειψη αυτού του προγράμματος το μόνο πράγμα που αποδεικνύει είναι ότι το προχώρημα της διεθνοποίησης αλλάζει τις προτεραιότητες των καπιταλιστών της περιφέρειας, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι έχουν πάψει να λειτουργούν σαν κοινωνική ομάδα.

Έτσι όπως αναπτύσσεται ο παγκόσμιος καπιταλισμός μέσα από πολώσεις, ανισότητες και τοπικές ρωγμές, οι προσπάθειες για εθνική αυτονομία τείνουν να επανεμφανίζονται περιοδικά. Τη δεκαετία του '90 αυτές οι προσπάθειες έχασαν έδαφος στη Λατινική Αμερική, όχι όμως και στις Ασιατικές οικονομίες. Και από τη στιγμή που οι κυρίαρχες τάξεις δεν θα ήθελαν να αφομοιωθούν τελείως από την επαναποικιοποίηση οι «εθνικοί σχεδιασμοί» αναβιώνουν τώρα και στη Λατινική Αμερική. 

Αλλά η εμπειρία ενός αιώνα δείχνει ότι αυτές οι προσπάθειες εμφανίζονται, αποτυγχάνουν, αναβιώνουν και ξαναπαρακμάζουν. Αυτή η δυναμική αντανακλά τη δομική αδυναμία και την ταλαντευόμενη συμπεριφορά των εθνικών αστικών τάξεων που ωθούνται να βρουν ανακούφιση από τη στενωπό της απομόνωσης στους «ανοιχτούς ορίζοντες» της παγκόσμιας αγοράς.

Η έλλειψη κατανόησης αυτής της αντίφασης, οδηγεί σε δύο συμμετρικά λάθη: στην υπερεκτίμηση της δύναμης αυτού του τομέα σε περιόδους ευφορίας και η φανταστική εξαφάνισή του στις περιόδους οπισθοχώρησης.

Διλήμματα και εναλλακτικές

Η λογική συνέπεια όλων των ερμηνειών του «τέλους της εθνικής μπουρζουαζίας» πρέπει να είναι η μη βιωσιμότητα του οποιουδήποτε προγράμματος εθνικού καπιταλισμού της περιφέρειας. Κι όμως, πολλοί λίγοι από τους υπερασπιστές αυτής της θέσης φτάνουν σ' αυτό το συμπέρασμα. Απεναντίας, οι περισσότεροι επιχειρηματολογούν υπέρ της αντικατάστασης του νεοφιλελεύθερου μοντέλου από έναν τύπο «ελεγχόμενου καπιταλισμού». Αλλά αν το κεντρικό υποκείμενο αυτού του τρόπου παραγωγής έχει εξαφανιστεί ποιος θα έχει τον έλεγχο αυτού του συστήματος και ποιος θα καρπώνεται τα κέρδη; Το πολύ-πολύ, μια γραφειοκρατία θα τρέχει αυτό το καθεστώς, αλλά ένας κρατικός καπιταλισμός χωρίς ντόπια αφεντικά είναι σκέτη αντίφαση.

Γι' αυτό το λόγο, όλες οι κυβερνήσεις που υποστηρίζουν αυτό το σχέδιο, προχωρούν αμέσως στην ανόρθωση των υφιστάμενων τομέων της μπουρζουαζίας. Στην περίπτωση της Αργεντινής, μακράν του να φαντασιώνεται τη δημιουργία μιας άλλης μπουρζουαζίας, ο Κίρχνερ ενισχύει τους υπάρχοντες καπιταλιστές.

Όσοι αγνοούν αυτή την πραγματικότητα, περιμένοντας τη μυθολογική ανάδυση «μιας άλλης μπουρζουαζίας» θα πρέπει να έρθουν αντιμέτωποι και με ένα άλλο ζήτημα: Τι νόημα έχει να συνεισφέρει κανείς στην αναστήλωση μιας εκμεταλλεύτριας τάξης; Είναι λογικό οι τραπεζίτες και οι βιομήχανοι να επιλέγουν μια τέτοια πορεία. Αλλά οι διανοούμενοι που συμμερίζονται τους λαϊκούς πόθους; Δεν θα έπρεπε να τάσσονται υπέρ μιας εργατικής εναλλακτικής;

Οι επιχειρήσεις που ξαναμπήκαν σε λειτουργία απ' τους εργάτες δίνουν ένα χειροπιαστό παράδειγμα αυτής της απόσχισης. Ποια θα έπρεπε να είναι τα επόμενα βήματα; Η επιστροφή τους στη Zanon ή την Brukman, ή η μεταβίβασή τους σε κάποιον άλλο εκπρόσωπο της εθνικής μπουρζουαζίας; Γιατί οι εργάτες έχουν επιλέξει έναν πολύ πιο σωστό δρόμο: στο να στραφούν σε μη-καπιταλιστικές μορφές ιδιοκτησίας και διοίκησης. Ο άλλος τρόπος περιλαμβάνει την παραδοσιακή ανάθεση της εξουσίας στις κυρίαρχες τάξεις.

Έχει πολύ συχνά υποστηριχτεί ότι αυτή η μορφή υποτέλειας είναι απαραίτητη σε μια εξαρτημένη χώρα που προσβάλλεται από την «κυρίαρχη αντίφαση ανάμεσα στον ιμπεριαλισμό και το έθνος» και χαρακτηρίζεται από την αντίθεση ανάμεσα στις «εθνικές μπουρζουαζίες και τα ανάδρομα ξένα κεφάλαια». Όμως αυτή η συλλογιστική -που εξιδανικεύει τα ντόπια αφεντικά και ξεπλένει τους κοινωνικούς ανταγωνισμούς- καλλιέργησε προσδοκίες για τον Αλφόνσιν (1983-89), το Μένεμ (1989-1999) και τον Ντε λα Ρούα που φράκαραν την ανάπτυξη μιας πραγματικής εναλλακτικής από τα αριστερά.

Η υποστήριξη στα καπιταλιστικά σχέδια του Κίρχνερ που συχνά δικαιολογείται σαν ποντάρισμα στην εξέλιξη του παρόντος οικονομικού μοντέλου σε κάποιο πιο γενναιόδωρο οδηγεί στην ίδια απογοήτευση σήμερα. Κανείς δεν μπορεί να προβλέψει ποια μπορεί να είναι η τελική κατεύθυνση της κυβέρνησης, αλλά η εμπειρία δείχνει ότι η πολιτική υποστήριξη αυτού του είδους είναι τροχοπέδη για το λαϊκό κίνημα, το εμποδίζει από το να δοκιμάζει το δικές του εναλλακτικές μορφές εξουσίας και σπρώχνει την αριστερά στην καταστροφή. Η συγκυρία είναι ευνοϊκή για την επιβολή κοινωνικών και πολιτικών κατακτήσεων και για να χαράξουμε μια ανεξάρτητη πορεία. Με τον Κίρχνερ, οι κυρίαρχες τάξεις αποκατέστησαν την πολιτική σταθερότητα και την οικονομική ανάπτυξη αλλά ούτε ξαναπήραν τον κοινωνικό έλεγχο ούτε εξουδετέρωσαν τη λαϊκή διαμαρτυρία. Η αναβίωση των κινητοποιήσεων ώθησε την κυβέρνηση σε μια αμυντική, παρελκυστική στάση. Ούτε οι απειλές για καταστολή ούτε η επίσημη απονομιμοποίηση της κατάληψης των δρόμων κατάφεραν να σταματήσουν τους κοινωνικούς αγώνες.

Αλλά το γνήσιο προχώρημα της αριστεράς προϋποθέτει ένα στρατηγικό ορισμό της αντιπολίτευσης στον «εθνικό καπιταλισμό», αφού το σχέδιό μας είναι η ισότητα, η ελευθερία και η χειραφέτηση, δηλαδή ο σοσιαλισμός.

Σχόλια

Ο Φασισμός και ο στρατηγικός προσανατολισμός στην πάλη ενάντιά του Παντελής Πουλιόπουλος


Θρησκεία και κινήματα Νίκος Λούντος


Η Γκουέρνικα του Πικάσο Σκοτ Τζόνσον