Συμμαχία ή σύγκρουση μεταξύ σοσιαλδημοκρατίας και φασισμού;

Η γενική κατανόηση των σχέσεων ανάμεσα στις τάξεις με τη μορφή ενός ορισμένου σχήματος, είναι σχετικά απλή. Η εκτίμηση των συγκεκριμένων σχέσεων ανάμεσα στις τάξεις σε κάθε δεδομένη κατάσταση είναι ασύγκριτα πιο δύσκολη.

Η γερμανική μεγαλοαστική τάξη προς το παρόν ταλαντεύεται. Και μια τέτοια κατάσταση αποτελεί γενικά μια πολύ σπάνια εμπειρία για τους μεγαλοαστούς. Ένα μέρος της έχει καταλήξει να πειστεί για το αναπόφευκτο του φασιστικού δρόμου και θα ήθελε να επιταχύνει τις διαδικασίες. Το άλλο μέρος της ελπίζει να ελέγξει την κατάσταση με τη βοήθεια μιας βοναπαρτιστικής στρατιωτικο-αστυνομικής δικτατορίας. Καμιά από τις δύο πλευρές δεν επιθυμεί μια επιστροφή στη "δημοκρατία" της Βαϊμάρης.

Η μικροαστική τάξη είναι διαιρεμένη. Ο Ναζισμός, που έχει ενώσει τη συντριπτική πλειοψηφία των ενδιάμεσων τάξεων κάτω από το λάβαρό του, θέλει να πάρει όλη την εξουσία στα δικά του χέρια. Η δημοκρατική πτέρυγα των μικροαστών που ακόμα έχει εκατομμύρια εργατών μαζί της, θέλει μια επιστροφή στη δημοκρατία σύμφωνα με το μοντέλο του Έμπερτ. Στο μεταξύ είναι διατεθειμένη να στηρίξει τη βοναπαρτιστική δικτατορία τουλάχιστον παθητικά. Η Σοσιαλδημοκρατία σκέφτεται ως εξής: κάτω από την πίεση των Ναζί, η κυβέρνηση Παπέν-Σλάιχερ θα υποχρεωθεί να αποκαταστήσει την ισορροπία ενισχύοντας την αριστερή της πτέρυγα. Στο μεταξύ, η κρίση μπορεί να γίνει πιο ήπια. Οι μικροαστοί να "έρθουν στα συγκαλά τους". Ο καπιταλισμός ίσως να μειώσει την αλύπητη πίεσή του πάνω στην εργατική τάξη και με τη βοήθεια του Θεού όλα να επανέλθουν στην τάξη.

Η βοναπαρτιστική κλίκα δεν θέλει στην πραγματικότητα την πλήρη νίκη του φασισμού. Δεν θα είχε κανένα πρόβλημα να χρησιμοποιήσει την υποστήριξη της Σοσιαλδημοκρατίας μέσα σε κάποια όρια. Αλλά γι' αυτό το σκοπό, θα έπρεπε να "ανεχτεί" τις εργατικές οργανώσεις, πράγμα που μπορεί να συμβεί μόνο αν ως ένα βαθμό, επιτρέπονταν η ύπαρξη του Κομμουνιστικού Κόμματος. Ακόμα, η υποστήριξη της στρατιωτικής δικτατορίας από τη Σοσιαλδημοκρατία θα έσπρωχνε τους εργάτες στα σίγουρα στις γραμμές του Κομμουνισμού. Αναζητώντας μέσα στήριξης ενάντια στο φαιό διάβολο (εννοεί τους φαιοχίτωνες των ταγμάτων εφόδου των Ναζί), η κυβέρνηση πολύ γρήγορα θα δεχόταν τα χτυπήματα του κόκκινου Βελζεβούλ.

Ο επίσημος κομμουνιστικός τύπος διακηρύσσει ότι η ανοχή της σοσιαλδημοκρατίας προς τον Μπρύνινγκ άνοιξε το δρόμο για τον Πάπεν και ότι η μισοανοχή προς τον Πάπεν θα επιταχύνει την άφιξη του Χίτλερ. Αυτό είναι απόλυτα σωστό. Μέσα σ' αυτά τα όρια δεν υπάρχουν διαφορές άποψης ανάμεσα σ' εμάς και τους σταλινικούς. Αλλά αυτό ακριβώς σηματοδοτεί ότι σε στιγμές κοινωνικής κρίσης η πολιτική του ρεφορμισμού δεν στρέφεται μόνο ενάντια στις μάζες αλλά και ενάντια στον εαυτό του. Σ' αυτή τη διαδικασία η κρίσιμη στιγμή έχει φτάσει.

Ο Χίτλερ ανέχεται το Σλάιχερ. Η Σοσιαλδημοκρατία δεν αντιτίθεται στον Πάπεν. Αν  αυτή η κατάσταση πραγματικά μπορούσε να διατηρηθεί για πολύ καιρό, τότε η Σοσιαλδημοκρατία θα μεταμορφωνόταν στην αριστερή πτέρυγα του Βοναπαρτισμού και θα άφηνε στο φασισμό το ρόλο της δεξιάς πτέρυγας. Θεωρητικά, δεν αποκλείεται φυσικά, η παρούσα χωρίς προηγούμενο κρίση του γερμανικού καπιταλισμού να μην καταλήξει σε κάποια αποφασιστική λύση, δηλαδή είτε με τη νίκη του προλεταριάτου είτε με το θρίαμβο της φασιστικής αντεπανάστασης. Αν το Κομμουνιστικό Κόμμα συνεχίσει την πολιτική του ηλίθιου τελεσιγραφισμού του κι έτσι σώσει τη Σοσιαλδημοκρατία απ' την αναπόφευκτη κατάρρευση, αν ο Χίτλερ μέσα στο εγγύς μέλλον δεν αποφασίσει να κάνει ένα πραξικόπημα κι έτσι να προκαλέσει τη διάλυση μέσα στις γραμμές του, αν η οικονομική συγκυρία βελτιωθεί πριν την πτώση του Σλάιχερ, τότε ο Βοναπαρτίστικος συνδυασμός της Παραγράφου 48 του Συντάγματος της Βαϊμάρης, της Ράιχσβερ, της μισο-αντιπολιτευτικής Σοσιαλδημοκρατίας και του μισο-αντιπολιτευτικού φασισμού θα μπορούσε ίσως να διατηρηθεί (ωσότου φτάσει μια νέα κοινωνική ώθηση, που θα πρέπει ούτως ή άλλως να αναμένεται).
    
Αλλά καταρχήν, είμαστε ακόμα μακριά από μια τέτοια ευτυχή εκπλήρωση των συνθηκών που αποτελούν περιεχόμενο των ονείρων των Σοσιαλδημοκρατών. Δεν είναι καθόλου εγγυημένη. Ακόμα και οι σταλινικοί πιστεύουν στη δύναμη αντίστασης ή στην αντοχή του καθεστώτος Πάπεν-Σλάιχερ. Όλες οι ενδείξεις δείχνουν την αποσύνθεση του τριγώνου Βελς-Σλάιχερ-Χίτλερ πριν ακόμα αρχίσει αυτό να διαμορφώνεται.

Αλλά ίσως θα αντικατασταθεί από ένα συνδυασμό Βελς-Χίτλερ; Σύμφωνα με το Στάλιν είναι "δίδυμοι, όχι αντίπαλοι".  Ας υποθέσουμε ότι η Σοσιαλδημοκρατία θα ήθελε, χωρίς να φοβηθεί τους δικούς της εργάτες, να πουλήσει την ανοχή της στο Χίτλερ. Ο Χίτλερ όμως δεν χρειάζεται αυτό το εμπόρευμα. Δεν χρειάζεται την ανοχή, αλλά την κατάργηση της Σοσιαλδημοκρατίας. Η κυβέρνηση Χίτλερ μπορεί να εκπληρώσει το καθήκον της τσακίζοντας την αντίσταση του προλεταριάτου και εξαφανίζοντας όλα τα πιθανά όργανα αντίστασής του. Εκεί βρίσκεται ο ιστορικός ρόλος του φασισμού.

Οι σταλινικοί περιορίζονται σε καθαρά ψυχολογική ή, για να είμαστε ακριβείς, καθαρά ηθική εκτίμηση αυτών των δειλών σπαγγοραμμένων μικροαστών που ηγούνται της Σοσιαλδημοκρατίας. Μπορούμε στην πράξη να υποθέσουμε ότι αυτοί οι αδιόρθωτοι προδότες θα διαχωρίσουν τον εαυτό τους από την αστική τάξη και θα αντιτεθούν σ' αυτήν; Μια τέτοια ιδεαλιστική μέθοδος έχει πολύ λίγα κοινά με το Μαρξισμό. Ο Μαρξισμός δεν ξεκινάει απ' αυτά που οι άνθρωποι σκέφτονται για τον εαυτό τους και από αυτό που επιθυμούν, αλλά από τις συνθήκες στις οποίες βρίσκονται κι από τις αλλαγές που αυτές οι συνθήκες υφίστανται.

Η Σοσιαλδημοκρατία δεν υποστηρίζει το αστικό καθεστώς για χάρη των μεγιστάνων του άνθρακα και του ατσαλιού, αλλά για χάρη της ενίσχυσης που η ίδια μπορεί να εξασφαλίσει ως κόμμα, στο πρόσωπο του ισχυρού και αριθμητικά μεγάλου μηχανισμού της. Βέβαια, ο φασισμός επ' ουδενί δεν αποτελεί το αστικό καθεστώς για την υποστήριξη του οποίου υπάρχει η Σοσιαλδημοκρατία. Αλλά ο ο φασισμός θέτει σε κίνδυνο το ρόλο που η Σοσιαλδημοκρατία παίζει μέσα στο αστικό καθεστώς και τις απολαβές που η Σοσιαλδημοκρατία απολαμβάνει από το ρόλο που παίζει. Αν και οι σταλινικοί ξεχνούν αυτή την πλευρά του ζητήματος, η Σοσιαλδημοκρατία δεν χάνει ούτε ένα λεπτό από τα μάτια της το θανάσιμο κίνδυνο με τον οποίο την απειλεί μια νίκη του φασισμού.

Περίπου τρία χρόνια πριν, τονίσαμε ότι το σημείο αφετηρίας της επερχόμενης πολιτικής κρίσης στην Αυστρία και στη Γερμανία θα ήταν κατά πάσα πιθανότητα το ασύμβατο της Σοσιαλδημοκρατίας και του φασισμού. Βασισμένοι σ' αυτό απορρίψαμε τη θεωρία του σοσιαλφασισμού πουο δεν αποκάλυπτε αλλά έκρυβε την επερχόμενη σύγκρουση. Τονίσαμε την πιθανότητα η Σοσιαλδημοκρατία μ' ένα σημαντικό μέρος του μηχανισμού της, θα υποχρεωνόταν από την πορεία των γεγονότων να μπει σ' έναν αγώνα ενάντια στο φασισμό και ότι αυτό θα ήταν ένα καλό εφαλτήριο για μια παραπέρα επίθεση από το Κομμουνιστικό Κόμμα. Τότε, πολλοί Κομμουνιστές, και όχι μόνο οι πληρομένοι κονδυλοφόροι, αλλά και πολλοί έντιμοι επαναστάτες, μας κατηγόρησαν ότι "εξιδανικεύουμε" τη Σοσιαλδημοκρατία. Το μόνο που μας έμενε ήταν να σηκώσουμε τους ώμους μας. Είναι δύσκολο να συζητήσεις με ανθρώπους που η σκέψη τους σταματάει εκεί που αρχίζει η συζήτηση για το μαρξιστή.

Σε συζητήσεις, έχω συχνά αναφέρει το ακόλουθο παράδειγμα: η εβραϊκή αστική τάξη στην τσαρική Ρωσία αντιπροσώπευε ένα εξαιρετικά φοβισμένο και αδύναμο μέρος όλης της ρώσικης αστικής τάξης. Κι όμως, στο βαθμό που τα πογκρόμ των Μαύρων Εκατονταρχιών που στρέφονταν κύρια ενάντια στους φτωχούς Εβραίους΅, χτύπαγαν επίσης και την αστική τάξη, αυτή υποχρεωνόταν να αμυνθεί. Βέβαια, δεν έδειχνε και καμιά τρομερή γενναιότητα και σ' αυτό το πεδίο επίσης. Αλλά λόγω του κινδύνου που κρέμονταν πάνω από τα κεφάλια της, η φιλελεύθερη εβραϊκή τάξη, για παράδειγμα, μάζεψε σημαντικά ποσά για τον εξοπλισμό των επαναστατών εργατών και φοιτητών. Μ' αυτό τον τρόπο, καταλήξαμε σε μια προσωρινή τακτική συμφωνία μεταξύ των πιο επαναστατών εργατών, που ήταν έτοιμοι να πολεμήσουν με όπλα στο χέρι και της πιο φοβισμένης ομάδας της αστικής τάξης που είχε βρεθεί σε δύσκολη κατάσταση.

Πέρσι έγραψα ότι στον αγώνα ενάντια στο φασισμό οι Κομμουνιστές ήταν υποχρεωμένοι να φτάσουν σε πρακτικές συμφωνίες, όχι μόνο με το διάβολο και τη γιαγιά του, αλλά ακόμα και τον Γκρεζίνσκι. Αυτή η φράση χρησιμοποιήθηκε απ' όλο το σταλινικό παγκόσμιο τύπο. Τι καλύτερη απόδειξη υπήρχε για το "σοσιαλφασισμό" της Αριστερής Αντιπολίτευσης; Πολλοί σύντροφοι με είχαν ειδοποιήσει εκ των προτέρων: "Θα αρπαχτούν απ' αυτή τη φράση". Τους απάντησα: "Έχει γραφτεί ειδικά για να αρπαχτούν απ' αυτή. Ας πιάσουν αυτό το καυτό σίδερο κι ας κάψουν τα δάχτυλά τους. Οι χοντροκέφαλοι πρέπει να πάρουν ένα μάθημα."

Η πορεία του αγώνα έχει οδηγήσει το φον Πάπεν να στείλει τον Γκρεζίνσκι να γνωρίσει τους εσωτερικούς χώρους μιας φυλακής. Συνεπάγεται αυτό το επεισόδιο από τη θεωρία του σοσιαλφασισμού και τις προβλέψεις της σταλινικής γραφειοκρατίας; Όχι, έγινε σε πλήρη αντίφαση μ' αυτές τις προβλέψεις. Η εκτίμησή μας για την κατάσταση, όμως περιελάμβανε μια τέτοια πιθανότητα και είχε προβλέψει μια συγκεκριμένη θέση γι' αυτήν.

Αλλά η Σοσιαλδημοκρατία κι αυτή τη φορά απέφυγε τον αγώνα, θα πουν κάποιοι σταλινικοί. Ναι, απέφυγε τη μάχη. Όποιος περίμενε ότι η Σοσιαλδημοκρατία θα ξεπερνούσε τις πιέσεις από την ηγεσία της και θα έδινε μάχη ανεξάρτητα και μάλιστα κάτω από συνθήκες στις οποίες ακόμα και το ΚΚ αποδείχτηκε ανίκανο να παλέψει, φυσικά θα απογοητευόταν. Δεν περιμέναμε τέτοια θαύματα. Επομένως, δεν "απογοητευτήκαμε" από τη στάση της Σοσιαλδημοκρατίας.

Ο Γκρεζίνσκι δεν είχε μετατραπεί σ' έναν επαναστατικό τίγρη, αυτό πρόθυμα το δεχόμαστε. Αλλά υπάρχει διαφορά ανάμεσα σε μια κατάσταση στην οποία ο Γκρεζίνσκι, ταμπουρωμένος στο φρούριό του, εξαπολύει αστυνομικά αποσπάσματα για την προστασία της "δημοκρατίας" από τους επαναστάτες εργάτες και σε μια κατάσταση στην οποία ο βοναπαρτιστής ήρωας του καπιταλισμού βάζει τον ίδιο τον Γκρεζίνσκι στη φυλακή. Έτσι δεν είναι; Δεν θα έπρεπε να πάρουμε υπόψη μας πολιτικά τη διαφορά; Δεν θα έπρεπε να την εκμεταλλευτούμε;

Ας γυρίσουμε στο παράδειγμα που αναφερθήκαμε παραπάνω: δεν είναι δύσκολο να καταλάβουμε τη διαφορά μεταξύ ενός Εβραίου βιομηχάνου που δίνει ¨δωράκι" στον αστυνομικό του Τσάρου επειδή χτύπησε τους απεργούς και του ίδιου βιομηχάνου που δίνει λεφτά στους απεργούς για να εξασφαλίσουν όπλα ενάντια στους πογκρομιστές. Ο αστός παραμένει ο ίδιος. Αλλά από την αλλαγή στην κατάσταση προκύπτει μια αλλαγή στις σχέσεις. Οι Μπολσεβίκοι καθοδήγησαν την απεργία ενάντια στο βιομήχανο για να πολεμήσουν ενάντια στο πογκρόμ. Αυτό φυσικά, δεν εμπόδισε τους εργάτες, όταν ήρθε ήρθε η ώρα τους, από το να γυρίσουν τα όπλα τους ενάντια στους αστούς. Μήπως όλα αυτά που γράφτηκαν σημαίνουν ότι η Σοσιαλδημοκρατία σαν σύνολο θα πολεμήσει ενάντια στο φασισμό; Σ' αυτό απαντάμε: μέρος των υπαλλήλων του μηχανισμού της Σοσιαλδημοκρατίας αναμφισβήτητα θα περάσει στους φασίστες. Ένα σημαντικό μέρος θα κρυφτούν κάτω από τα κρεβάτια τους την ώρα του κινδύνου. Οι εργαζόμενες μάζες επίσης δεν θα πολεμήσουν όλες. Να μαντέψουμε από πριν τι μέρος των σοσιαλδημοκρατών εργατών θα τραβηχτεί στον αγώνα και πότε και τι κομμάτι του μηχανισμού θα τραβήξουν μαζί τους είναι εντελώς αδύνατο. Αυτό εξαρτάται από πολλούς παράγοντες που ανάμεσά τους είναι η θέση του Κομμουνιστικού Κόμματος. Η πολιτική του ενιαίου μετώπου έχει το στόχο να διαχωρίσει αυτούς που θέλουν να παλέψουν απ' αυτούς που δεν θέλουν. Να σπρώξει μπροστά αυτούς που ταλαντεύονται. Τέλος, να ξεφτιλίσει τους ηττοπαθείς ηγέτες στα μάτια των εργατών για να ενισχύσει τη μαχητικότητα των τελευταίων.

Έχει χαθεί πολύτιμος χρόνος, άσκοπο, ανόητα, ξεδιάντροπα. Θα μπορούσαν να είχαν επιτευχθεί πολύ περισσότερα, ακόμα και μόνο στα τελευταία δυο χρόνια. Δεν ήταν καθαρό από τα πριν ότι το μονοπωλιακό κεφάλαιο και ο φασιστικός στρατός του θα οδηγούσε τη Σοσιαλδημοκρατία με τις γροθιές και τα ρόπαλά του στο δρόμο της αντιπολίτευσης και της αυτοάμυνας; Αυτή η πρόγνωση θα έπρεπε να είχε ξεδιπλωθεί μπρος στα μάτια ολόκληρης της εργατικής τάξης, η πρωτοβουλία για το ενιαίο μέτωπο θα έπρεπε να είχε ξεκινήσει και σε κάθε νέα φάση θα έπρεπε να είχαμε κρατήσει γερά στα χέρια μας αυτή την πρωτοβουλία. Δεν ήταν ανάγκη να φωνάζουμε ούτε να ουρλιάζουμε. Θα μπορούσαμε να είχαμε παίξει ένα ανοιχτό παιχνίδι ήσυχα. Θα αρκούσε να διατυπωθεί, με καθαρό τρόπο, το αναπόφευκτο κάθε επόμενου βήματος του εχθρού και να διαμορφωθεί ένα πρακτικό πρόγραμμα για ένα ενιαίο μέτωπο χωρίς υπερβολές και χωρίς παζάρια, αλλά επίσης χωρίς αδυναμίες και παραχωρήσεις. Αν το Κομμουνιστικό Κόμμα είχε αφομοιώσει την άλφα-βήτα της λενινιστικής πολιτικής και την είχε εφαρμόσει με την αναγκαία επιμονή, θα στεκόταν σε πολύ καλή θέση σήμερα.

Λέον Τρότσκι, Ο Μόνος Δρόμος, 1932



Σχόλια

Οι Μειονότητες στην Ελλάδα

Το τέλος των Βαλκανικών πολέμων, η συμφωνία του Νεϊγύ μετά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και η Συνθήκη της Λωζάνης το 1923, διαμόρφωσαν την Ελλάδα σε ένα πολυεθνικό κράτος. Όχι μόνο μέσα από την προσάρτηση εδαφών αλλά και εθνοτήτων που μέχρι τότε ανήκαν στο τμήμα της πολυεθνικής Οθωμανικής Αυτοκρατορίας στα Βαλκάνια. Αυτή είναι η αρχή του πώς στην Ελλάδα υπάρχουν διάφορες καταπιεσμένες εθνικές μειονότητες, οι Τούρκοι και οι Πομάκοι της Θράκης, οι Μακεδόνες, κ.ά.

Γυναίκες ενάντια στον καπιταλισμό

100 χρόνια από τη θρυλική απεργία που διεκδικούσε “ψωμί και τριαντάφυλλα”, η πάλη για την απελευθέρωση των γυναικών είναι πιο στενά δεμένη παρά ποτέ με την πάλη των εργατών ενάντια στον καπιταλισμό, υποστηρίζει η Μαρία Στύλλου.

100 χρόνια από τη Συνθήκη του Μπρεστ-Λιτόφσκ

Η Συνθήκη του Μπρεστ-Λιτόφσκ βοήθησε το ξέσπασμα της Γερμανικής Επανάστασης. Εκατομμύρια φαντάροι, εργάτες, εργάτριες έθεταν στον εαυτό τους το απλό ερώτημα: αφού οι «Ρώσοι» είναι διατεθειμένοι να κάνουν τόσες θυσίες για την ειρήνη, τότε γιατί να συνεχιστεί ο πόλεμος; Γιατί να μην ακολουθήσουμε το παράδειγμά τους;

170 χρόνια Κομμουνιστικό Μανιφέστο

Ο Μαρξ κι ο Ένγκελς έγραψαν το Μανιφέστο του Κομμουνιστικού Κόμματος για λογαριασμό της επαναστατικής οργάνωσης που ήταν μέλη. Στο δεύτερο συνέδριό της που έγινε τον Νοέμβρη του 1847 η Ένωση των Δικαίων μετονομάστηκε σε Ένωση των Κομμουνιστών και τους εξουσιοδότησε να εκθέσουν δημόσια σε ένα σύντομο κείμενο τις βασικές αρχές της αλλά και το άμεσο πρόγραμμα δράσης της. Το Μανιφέστο ήταν δηλαδή μια παρέμβαση στις εξελίξεις, όχι ένα κείμενο που προοριζόταν για τους μακρινούς απογόνους στο μέλλον. Κι οι εξελίξεις «μύριζαν μπαρούτι», ήδη πριν τα τέλη του 1847, η Ευρώπη ολόκληρη έμοιαζε με ηφαίστειο που ετοιμαζόταν να εκραγεί. Το Μανιφέστο «βγήκε» από το τυπογραφείο στις 21 Φλεβάρη.

Ιμπεριαλισμός και Πόλεμος

Ο κύριος μηχανισμός που υιοθετήθηκε από τον καπιταλισμό στο τέλος του περασμένου αιώνα ήταν η επέκταση πέρα από τα αρχικά κέντρα του συστήματος στη Δυτική Ευρώπη και τη Βόρεια Αμερική, μια διαδικασία που έγινε γνωστή με τον όρο "ιμπεριαλισμός".