Φεμινισμός: Κινήματα και Θεωρίες





Η ερευνητική και επιστημονική εξέταση των πολιτικών φαινομένων μέσα από το πρίσμα του φύλου παρουσίασε αλματώδη ανάπτυξη μετά τη φεμινιστική έκρηξη της δεκαετίας 1965-1975. Ιδιαίτερα καθοριστικό για τις ευρωπαϊκές κοινωνίες υπήρξε το γαλλικό κίνημα του Μάη 1968 που επηρέασε τις κινητοποιήσεις και σε άλλες χώρες. Στην Ελλάδα η σχετική διαδικασία ξεκίνησε το 1975, μετά την πτώση της δικτατορίας των Συνταγματαρχών.

Αρχικά, οι γυναίκες οργανώθηκαν σε μικρές ομάδες που θεωρούνταν από τις ίδιες τους σαν επαναστατικές κολλεκτίβες, κι είχαν καθήκον ν’ αναλύσουν τη φύση της καταπίεσης που υφίστανται και να καταστρώσουν μια στρατηγική που να βασίζεται σ’ αυτή την ανάλυση. Στην Αγγλία του 1970 έφτασαν να διοργανώνονται εβδομαδιαία συνέδρια με τη συμμετοχή 600 γυναικών, αλλά ούτε έτσι μπόρεσε ποτέ να οριστεί ένας ενιαίος πολιτικός στόχος. Απορρίπτοντας θεωρητικά κάθε μορφή κυριαρχίας, η πολιτική του Γυναικείου Απελευθερωτικού Κινήματος προσπάθησε παράλληλα ν’ αναπτύξει τη συλλογική εργασία και να εμποδίσει την εμφάνιση εγωπαθών αρχηγών. Αυτή η λειτουργία όμως, δηλαδή η άρνηση μιας ηγεσίας, παρατηρεί η Τζούλιετ Μίτσελ, δεν είναι δημοκρατική πολιτική διαδικασία, αλλά ψυχολογία της επιθυμίας. «Η εξύψωση των καταπιεσμένων δε θα ‘πρεπε να είναι εξύμνηση των καταπιεσμένων χαρακτηριστικών, γιατί αυτό θα μπορούσε να προκαλέσει την εμπλοκή σ’ ένα φαύλο κύκλο καταπίεσης».

Σημαντικό για την πρόοδο του παγκόσμιου φεμινιστικού κινήματος, υπήρξε το Γυναικείο Απελευθερωτικό Κίνημα της Αμερικής. Εμφανώς επηρεασμένο από το Κίνημα της Μαύρης Δύναμης, και εστιάζοντας στο γεγονός ότι οι γυναίκες σαν ομάδα καταπιέζονται, απέκτησε γρήγορα την επίγνωση πως ναι μεν όλες οι καταπιεζόμενες ομάδες πρέπει να συνεργάζονται μεταξύ τους και να είναι αλληλέγγυες, η κατανόηση όμως της κατάστασής τους θα πρέπει να προέρχεται από την ανάλυση που κάνει η κάθε μια στα δικά της προβλήματα.

Παράλληλα, αναπτύχθηκαν αποφασιστικής σημασίας δεσμοί ανάμεσα στα διάφορα Κινήματα Νεολαίας και στο Γυναικείο Απελευθερωτικό Κίνημα. Οι γυναίκες, όπως υποστηρίζει η Τζιλέσα Κάπλαν, έμαθαν πολλά από τη συμμετοχή τους στα κινήματα της ευρύτερης αριστεράς και η ενεργοποίησή τους στις φοιτητικές και πολιτικές κινητοποιήσεις υπήρξε καθοριστική, καθώς ανακάλυπταν ότι τα δικά τους αιτήματα υποτιμούνταν σε ιδεολογικό επίπεδο και ιεραρχούνταν τελευταία στη συζήτηση.

Τέτοιες ζυμώσεις πραγματοποιήθηκαν στην Ελλάδα στις αρχές της δεκαετίας του 1980, μετά την απόφαση της κυβέρνησης να προωθήσει ορισμένες μεταρρυθμίσεις στον χώρο της παιδείας για τη λεγόμενη «εντατικοποίηση», που προκάλεσε ένα τεράστιο κύμα φοιτητικών καταλήψεων στα περισσότερα ανώτερα και ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα. Μέσα στο πλαίσιο αυτό οι πιο ανατρεπτικές από τις ιδέες που είχαν αναπτυχθεί στις χώρες της Δύσης στα τέλη της δεκαετίας του 1960 ήρθαν στο προσκήνιο για πρώτη φορά, κάτι που επέτρεψε στις φεμινιστικές αντιλήψεις του νέου κύματος να αποκτήσουν σημαντική δημοτικότητα, ιδιαίτερα στους φοιτητικούς χώρους. Δημιουργήθηκε μια ποικιλία από μικρές γυναικείες ομάδες στα πανεπιστήμια, σε χώρους εργασίας, σε γειτονιές της Αθήνας και άλλων πόλεων.

Έτσι, όταν στις 7 και 8 του Μάρτη του 1980 η Επιτροπή Αγώνα για την Αλλαγή του Οικογενειακού Δικαίου (από γυναίκες της Κ.Δ.Γ., των Ομάδων Γυναικών Νομικής, Φιλοσοφικής, Ιατρικής, Βιολογικού και της Ομάδας Πρωτοβουλίας Γυναικών του Ο.Τ.Ε) οργάνωσε την πρώτη δημόσια συγκέντρωση και πορεία, αντίστοιχα, για την Ημέρα της Γυναίκας. Η μαζικότητα και ο ενθουσιασμός των γυναικών που συμμετείχαν έδωσε το έναυσμα για την ανάδυση του χώρου που έγινε γνωστός ως Αυτόνομο Γυναικείο Κίνημα.

Στη διάρκεια της περιόδου 1950-1965, οι παλαιότεροι πολιτικοί αγώνες των γυναικών είχαν ξεχαστεί καθώς οι οργανωμένες συλλογικότητες των φεμινιστριών είχαν διαλυθεί ή περιθωριοποιηθεί. Μέχρι την εμφάνιση του «δεύτερου φεμινιστικού κύματος», το βιβλίο τής Σιμόν ντε Μπωβουάρ Το δεύτερο φύλο, που εκδόθηκε για πρώτη φορά το 1949 (στα ελληνικά το 1979), ήταν η μόνη διαθέσιμη φεμινιστική μελέτη γύρω από το γυναικείο ζήτημα.

Ως στρατευμένη κοινωνική επαναστάτρια, στην αυτοβιογραφία της Η δύναμη των περιστάσεων, η Σιμόν ντε Μπωβουάρ έδινε έναν αρνητικό ορισμό για το φεμινισμό: «Δεν έθρεψα ποτέ καμιά αυταπάτη για την αλλαγή της γυναικείας θέσης. Εξαρτάται από το μέλλον της εργασίας σ΄όλο τον κόσμο. Θ’ αλλάξει πραγματικά μόνο με το τίμημα μιας επανάστασης στην παραγωγή. Γι’ αυτό το λόγο απέφυγα να πέσω στην παγίδα του φεμινισμού».

Μελετώντας την ιστορία της γυναικείας αμφισβήτησης η Σάλι Αλεξάντερ παρατήρησε ότι η μελέτη του φύλου επανέρχεται στο προσκήνιο κάθε φορά που υπάρχει ανάπτυξη των φεμινιστικών συλλογικοτήτων. Και τη δεκαετία του 1970 υπήρξε ένα «κίνημα ιστορίας των γυναικών»  που στόχο είχε να αναδείξει το συστηματικό, διαχρονικό και, πάνω απ’ όλα, πολιτικό χαρακτήρα της γυναικείας καταπίεσης.

Οι περισσότερες σοσιαλιστικές αναλύσεις παραδέχονται ότι η φυσική κατωτερότητα των γυναικών στη χειρωνακτική εργασία έπαιξε αποφασιστικό ρόλο στην υποταγή τους. Στην πραγματικότητα όμως, η υποταγή, η εξάρτηση των γυναικών γεννήθηκε ιστορικά από τη δική τους μικρότερη ικανότητα στη βία και όχι στην εργασία. Ο άντρας έχει όχι μόνο τη δύναμη να υπερασπίσει τον εαυτό του απέναντι στη φύση, αλλά και απέναντι στους ομοίους του. Οι γυναίκες λοιπόν, εξαναγκάστηκαν, και όχι πάντα με άμεσα βίαιο τρόπο να κάνουν «γυναικείες δουλειές». Στις αγροτικές κοινωνίες φορτώθηκαν με το τραχύ καθήκον της καλλιέργειας της γης. Στους αναπτυγμένους πολιτισμούς οι γυναικείες φυσικές ατέλειες γίνονται σχετικές, με τη χρήση των μηχανών.

Όσον αφορά το γάμο και την οικογένεια, δεν είναι μια ελεύθερη επιλογή για τα κορίτσια, αλλά επιβάλλεται κοινωνικά. Όσο ο ρυθμός εξόδου στην αγορά εργασίας των γυναικών θα αυξάνεται, ενώ θα μειώνεται αντίστοιχα η εγγυημένη και εφόρου ζωής εργασία των ανδρών, τόσο θα αυξάνεται και ο αριθμός των διαζυγίων και των εκτός γάμου παιδιών. Ωστόσο υπάρχουν αρκετοί εξαναγκασμοί, ώστε οι γυναίκες να παραμείνουν παντρεμένες. Ένας από αυτούς είναι η απειλή βίας ή η σωματική βία που ακολουθεί συχνά ένα διαζύγιο. Σε τέτοιες περιπτώσεις, οι γυναίκες αντιμετωπίζονται σαν υπό έλεγχο αντικείμενα και χωρίς κανένα σεβασμό στο δικαίωμά τους στη σεξουαλική ελευθερία.

Η σεξουαλικότητα, άλλωστε, υπήρξε παραδοσιακά η πιο απαγορευμένη διάσταση της γυναικείας θέσης. Είναι ολοφάνερο ότι σε όλη τη διάρκεια της ιστορίας οι γυναίκες έχουν χρησιμοποιηθεί σαν σεξουαλικά αντικείμενα, όσο και σαν αναπαραγωγοί ή παραγωγοί. Ο γάμος, λέει ο Μαρξ, είναι αναμφισβήτητα μια μορφή αποκλειστικής ατομικής ιδιοκτησίας, αλλά ο κομμουνισμός δε θα σήμαινε οι γυναίκες να γίνουνε «κτήματα του κοινού» σα να ήτανε πριν αντικείμενα ιδιωτικής περιουσίας. Κι ενώ είναι αλήθεια ότι κάποιοι αρχαίοι ή ανατολικοί (και κυρίως οι πρωτόγονοι) πολιτισμοί ήταν πολύ λιγότερο πουριτανικοί απ’ τις δυτικές κοινωνίες, αυτό δε σημαίνει ότι η σεξουαλική ελευθερία, που συνοδεύονταν από μια μορφή πολυγαμικής εκμετάλλευσης δε μετατρέπονταν πρακτικά σε μια απλή έκφραση α ν δ ρ ι κ ή ς  κ υ ρ ι α ρ χ ί α ς.

Κατά τη γνώμη των ριζοσπαστριών φεμινιστριών για την ανδρική κυριαρχία αυτή η στάση προϋπάρχει κάθε συγκεκριμένης κοινωνικής μορφής. Το Ριζοσπαστικό Φεμινιστικό Μανιφέστο της Νέας Υόρκης (1969) αναφέρει: «Η πολιτική καταπίεση που υφίστανται οι γυναίκες έχει το δικό της ταξικό δυναμικό. Κι αυτό το δυναμικό πρέπει να κατανοηθεί μέσα από τον όρο που λέγεται «απολιτικός» -και που σημαίνει απλά την πολιτική του εγώ. Η ταυτότητα του ανδρικού εγώ στηρίζεται μέσα από την ικανότητά της να υπερισχύει του θηλυκού εγώ».

Αλλά η τομή που ξεκίνησε τις τρεις τελευταίες δεκαετίες του 20ού αιώνα με αφετηρία τα πολιτικά κείμενα των φεμινιστριών του «δεύτερου φεμινιστικού κύματος» (Φρίνταν 1963, Ρεντστόκινς 1969, Φάιρστοουν 1970, Μίλλετ 1971, Μίτσελ 1971, Ντε Πιζάν και Τριστάν 1977) έχει καταφέρει να υπερβεί την αρχική αναζήτηση-παρουσίαση των γυναικείων προβλημάτων ή υποκειμένων και της δράσης τους.

Η Καίητ Μίλλετ στο βιβλίο της Η πολιτική των φύλων, εισάγει τον όρο «πατριαρχία», όχι με την έννοια της πατρικής εξουσίας, αλλά γενικότερα, με την έννοια της αντρικής εξουσίας. Λέει ότι μέσα από την «πατριαρχία» το σύστημα της αντρικής κυριαρχίας και της γυναικείας υποταγής επιτυγχάνεται με την κοινωνικοποίηση, πραγματοποιείται με ιδεολογικά μέσα και διατηρείται με τις μεθόδους των ιδρυμάτων. Οι άντρες επιβάλλονται από συνήθεια (με την επίδραση της ψυχολογίας, των κοινωνικών μέσων και της ιδεολογίας) και όπου είναι απαραίτητο επιβάλλονται με τη βία (ελέγχουν την οικονομία, το κράτος και τα μέσα που διαθέτει κι έχουν το μονοπώλιο της σεξουαλικής βίας). Έτσι η «πατριαρχία» φαίνεται να έχει μια διεισδυτική ικανότητα, καθώς διαπερνά την ταξική διαίρεση, τις κοινωνικές διαφορές και τις ιστορικές εποχές.

Η διαλεκτική του φύλου της Σουλαμίτ Φάιρστοουν εκφράζει μια ριζοσπαστική υλιστική θεωρία για το έμφυλο ζήτημα. Υποστηρίζει πως ο φεμινισμός, που ενώνει τις γυναίκες στο επίπεδο της καθολικής τους καταπίεσης, περιλαμβάνει τα πάντα. Γι’ αυτό και η πολιτική του δεν μπορεί παρά να είναι μια καθολική επίθεση. Επειδή ακριβώς ο πρώτος καταμερισμός εργασίας απετέλεσε την αρχή για τη διαμόρφωση καταπιεστή και καταπιεζόμενου –και είναι αυτός που έγινε μεταξύ αντρά και γυναίκας- αυτή η καταπιεστική επιβολή είναι η πρώτη που πρέπει να φύγει.

Η όλο και διευρυνόμενη τομή, που μεταφέρθηκε από το πολιτικό στο επιστημονικό πεδίο, συνίσταται στη συστηματική και πολύπλευρη ανάλυση των κοινωνικο-πολιτικών φαινομένων καθώς και στη θεωρητικοποίηση τής επιστημονικής έρευνας με άξονα το φύλο σε όλο το εύρος της επιστημοσύνης, ενώ έχει πρόσφατα αρχίσει να παρεμβαίνει καταλυτικά στην ίδια τη φιλοσοφία και μεθοδολογία των επιστημών.

Κι αυτό γιατί το φύλο παίζει καθοριστικό ρόλο σε όλους τους κοινωνικούς τομείς ως βασική «αρχή οργάνωσης της κοινωνίας, η οποία καθορίζει ποιος θα απολαμβάνει τι και ποιος θα έχει πρόσβαση σε τι». Επιστημονικοί κλάδοι όπως η ιστορία, η πολιτική φιλοσοφία, η πολιτική επιστήμη, η πολιτική κοινωνιολογία, η πολιτική ανθρωπολογία και η πολιτική ψυχολογία έγιναν αντικείμενο κριτικής και ανάλυσης από τη φεμινιστική πτέρυγα της επιστημονικής κοινότητας,  η οποία θέτοντας καινούρια ερωτήματα ανατρέπει τις παραδοσιακές εκδοχές.

Η φεμινιστική προβληματική βοήθησε στο να αναθεωρηθούν εκ βάθρων οι παλαιότεροι ανδροκεντρικοί (‘σεξιστικοί’) τρόποι σκέψης, που είτε αποσιωπούσαν, είτε υποτιμούσαν τη γυναικεία παρουσία, είτε την παρουσίαζαν διαστρεβλωμένα μέσω προκαταλήψεων και προϊδεάσεων που αναπαρήγαγαν τις κυρίαρχες αντιλήψεις για το φύλο.

Από τα μέσα της δεκαετίας του 1980, επηρεασμένες τόσο από το μεταδομισμό και τη μετανεωτερικότητα, όσο κι από το ρεύμα της αποδόμησης της ρατσιστικής (ρητά ή υπόρρητα) πρόσληψης του φύλου που ξεκίνησε με το μαύρο φεμινισμό (Μπράισον), άρχισαν να πολλαπλασιάζονται οι πολυπρισματικές μελέτες που εξετάζουν τα έμφυλα ζητήματα μέσα από πολλαπλούς άξονες (όπως εθνότητα, φυλή, κουλτούρα, θρησκεία, κ.ά.

Η τάση αυτή, που ξεκίνησε ως αντίδραση στον εθνοκεντρισμό της δυτικής διανόησης, αναγνωρίζει ότι το φύλο συνυπάρχει με άλλους παράγοντες δόμησης εξουσιαστικών σχέσεων , οι οποίοι αλληλεπιδρούν.

Κατά συνέπεια, αρκετοί ερευνητές και ερευνήτριες, μεταξύ των οποίων και η θεωρητικός του μαυρού φεμινισμού Πατρίτσια Κόλλινς, απορρίπτουν την ιδέα ότι προέχει μία μορφή εκμετάλλευσης έναντι των άλλων και επομένως ότι υπάρχουν «ιεραρχίες της καταπίεσης».

Στο πλαίσιο των ευρύτερων αναζητήσεων για το φύλο, εκφράστηκε μια ουσιοκρατική φεμινιστική τάση (essentialism), που εξήρε τη γυναικεία κουλτούρα και προέβαλε την ιδέα της ανωτερότητας του γυναικείου φύλου και των γυναικείων αξιών. Πιο συγκεκριμένα, στη Γαλλία δημιουργήθηκε η τάση Ψυχανάλυση και Πολιτική (Psych & Po), η οποία επικέντρωσε το ενδιαφέρον της στην ανάλυση των ψυχοκοινωνικών-πολιτισμικών μηχανισμών συγκρότησης της γυναικείας υποκειμενικότητας και της καταπίεσης των γυναικών.

Αυτές οι θέσεις όμως, προκάλεσαν σφοδρές αντιπαραθέσεις και αλληλοκατηγορίες στο εσωτερικό του κινήματος. Από τη μία προασπιστές της «διαφοράς» ασκούσαν κριτική στις φεμινίστριες ότι επεδίωκαν την ένταξή τους στον ανδροκρατούμενο κόσμο και στις αξίες του, αντί της ριζικής ανατροπής του.  Από την άλλη, οι φεμινίστριες αντιτασσόταν σθεναρά σ’ αυτή την ιδέα, καθώς εκτιμούσαν ότι η επαναφορά του γυναικείου σώματος και των φυσικών χαρακτηριστικών και λειτουργιών του ως πεδίο αναφοράς και έμπνευσης θα έδινε τροφή στο βιολογισμό, ο οποίος έχει κατεξοχήν χρησιμοποιηθεί ως βάση για κάθε λογής διακρίσεις, όπως σεξισμός, ρατσισμός, κλπ. (Σκούπα –Για το Γυναικείο Ζήτημα, «Περί Διαφοράς», 3ο Τεύχος, 1979)

Με την υποχώρηση του γυναικείου κινήματος παγκόσμια, από τις αρχές της δεκαετίας του 1990 και μετά, φάνηκε να επιβεβαιώνονται, καθώς έκτοτε μία συντονισμένη οπισθοδρομική αντίδραση (backlash) επιδόθηκε στο να επαναφέρει -κυρίως μέσω των Μ.Μ.Ε.- τα έμφυλα στερεότυπα, επικαλούμενη ακριβώς τη «διαφορά».(Άννα-Ευφροσύνη Μιχοπούλου).


Πηγές: Δήμητρα Σαμίου, Γυναίκες, Φύλο και Πολιτική, Τζούλιετ Μίτσελ, Η Εποχή της Γυναίκας

Σχόλια