Γυναίκες ενάντια στον καπιταλισμό


Το σοσιαλιστικό κίνημα πριν ένα αιώνα καθιέρωσε την 8 Μάρτη, την παγκόσμια μέρα γυναικών, τονίζοντας τη σημασία των αγώνων που έδωσαν οι γυναίκες εκείνη την περίοδο.

Η Elisabeth Gurley Flynn στην αυτοβιογραφία της περιγράφει τη συμμετοχή της στην απεργία των κλωστοϋφαντουργών στη Μασαχουσέτη το 1912. Η εμπειρία της δεν είναι σαν απλή εργάτρια, αλλά σαν οργανώτρια και μέλος των IWW (Διεθνείς Εργάτες του Κόσμου – οι θρυλικοί Γουόμπλις):

«Η απεργία ξέσπασε στις 11 Γενάρη του 1912, την ημέρα που θα έπαιρναν τον πρώτο μισθό της χρονιάς. Ένας νόμος που είχε ψηφιστεί και μείωνε το ωράριο των γυναικών και των παιδιών κάτω από τα 18, από τις 56 ώρες την εβδομάδα στις 54, σήμανε ότι οι εργοδότες μείωσαν αντίστοιχα και τον μισθό τους. «Καλύτερα να πεινάμε παλεύοντας, παρά να πεινάμε δουλεύοντας» έγινε το σύνθημα αυτής της μάχης. Η απεργία άρχισε να απλώνεται από κλωστήριο σε κλωστήριο, και σε λίγες ώρες 14 χιλιάδες εργάτριες και εργάτες βγήκαν στο δρόμο, κάτω από τρομερό κρύο και χιόνι…

Οργανώναμε ξεχωριστές συγκεντρώσεις για τις γυναίκες, στις οποίες ο Χέιγουντ (γραμματέας των Γουόμπλις) και εγώ μιλούσαμε. Οι γυναίκες δούλευαν στα κλωστήρια με χαμηλότερους μισθούς και ταυτόχρονα είχαν να κάνουν τις δουλειές του σπιτιού και να περιποιούνται τα παιδιά τους. Η παλιά αντίληψη ότι ο άντρας ήταν «ο κύριος του σπιτιού» ήταν διαδεδομένη. Δώσαμε μάχη για να κτυπήσουμε αυτές τις ιδέες. Οι γυναίκες ήθελαν να συμμετέχουν στις απεργιακές φρουρές, συμμετείχαν στην απεργία και ήταν γενναίες μαχήτριες»… Η απεργία κράτησε τρεις μήνες και έκλεισε με νίκη των εργαζομένων. Τις ίδιες μάχες έδιναν οι γυναίκες εργάτριες σε όλον τον κόσμο εκείνη την περίοδο.

Η Ίρις Αυδή Καλκάνη έχει γράψει ένα βιβλίο με τίτλο «Εκείνο το πρωί» και αναφέρεται στην απεργία των εργατριών στο εργοστάσιο του Ρετσίνα στον Πειραιά το 1892.

Η Ελλάδα την εποχή της απεργίας βρίσκεται στα πρόθυρα της κατάρρευσης. Το 1892 είναι η χρονιά της μεγάλης οικονομικής κρίσης. Η χώρα ανοργάνωτη, χωρίς υποδομή σε κανέναν τομέα, παραπαίει οικονομικά και πολιτικά και προσπαθεί όπως πάντα να στηριχτεί με μέσα σπασμωδικά, όπως η προσφυγή σε νέο εξωτερικό δανεισμό και η επιβολή ακόμα μεγαλύτερης φορολογίας…

Οι εργοδότες αρχίζουν να μειώσουν τα μεροκάματα, κι αυτό γίνεται και στον Ρετσίνα…

«Οι υφάντριες αμύνθηκαν αυθόρμητα και ανοργάνωτα στην προσπάθεια του εργοδότη τους να τους μειώσει κατά 20% περίπου το ποσό της μικρής τους αμοιβής, που ακόμα και ολόκληρη δεν επαρκούσε για τη συντήρηση τους. Αποτελεί όμως η απεργία τους ορόσημο στην ιστορία του εργατικού κινήματος της χώρας, όχι μόνο γιατί είναι η πρώτη μαζική κινητοποίηση εργατριών, αλλά και γιατί η τόλμη και ο δυναμισμός των υφαντριών που απεργήσανε έδωσε νέα ώθηση στους αγώνες της εργατικής τάξης του τέλους του περασμένου αιώνα».

Αυτές είναι μικρές ιστορίες από τη μεγάλη ιστορία του εργατικού κινήματος και, περισσότερο ακόμα, από την κρυμμένη ιστορία των εργατριών. Είναι κρυμμένη γιατί χρειάζεται να συγκρουστεί με τις κυρίαρχες ιδέες για τον ρόλο των γυναικών μέσα στο σπίτι και στην οικογένεια. Γιατί, παρόλο που μετά το δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο, στο δεύτερο μισό του 20ου αιώνα, οι γυναίκες βγήκαν μαζικά στην παραγωγή, είχαν ταυτόχρονα να αντιμετωπίσουν μια σειρά από διακρίσεις σε βάρος τους. Η ψαλίδα ανάμεσα στους μισθούς των γυναικών και των ανδρών συναδέλφων τους ήταν (και παραμένει μέχρι σήμερα) πάνω από 20%. Τα βάρη από τις δουλειές του σπιτιού συνέχισαν να πέφτουν στις πλάτες τους. 

Και οι συστηματική σεξουαλική παρενόχληση ποτέ δεν έπαψε να είναι εργοδοτική ταχτική για να κρατάει τις εργάτριες «στη θέση τους».

Η έκρηξη ενάντια σε όλα αυτά είναι δεμένη με το μεγάλο κύμα αγώνων που συνήθως ονομάζουμε Μάη του 68, που ξεκίνησε στη Γαλλία αλλά απλώθηκε σε όλο τον κόσμο στη δεκαετία του 1970.

Στην Ελλάδα το 1974 με την κατάρρευση της δικτατορίας υπάρχει ρεκόρ απεργιών που πρωτοστατούν οι γυναίκες. Στα καινούργια κλωστήρια, στις τηλεπικοινωνίες, στις τράπεζες, στις υπηρεσίες, ξεσπάνε απεργίες με αιτήματα ίση αμοιβή για ίση εργασία. Τέτοιο παράδειγμα ήταν η απεργία των τηλεφωνητριών το 1978, αλλά δεν ήταν η μόνη. Στα συνδικάτα δημιουργούνται επιτροπές γυναικών που οργανώνουν συσκέψεις και συνέδρια για να προβάλουν όχι μόνο την ίση αμοιβή για ίση εργασία, αλλά και την ανάγκη να περάσει το κόστος αναπαραγωγής από την οικογένεια στο κράτος. 

Αιτήματα για δωρεάν παιδικούς σταθμούς που να λειτουργούν όλο το 24ωρο, για ελεύθερη αντισύλληψη και έκτρωση που να την αναλαμβάνουν τα ασφαλιστικά ταμεία και τα δημόσια νοσοκομεία, αιτήματα για να σταματήσουν οι σεξιστικές διακρίσεις και οι παρενοχλήσεις στους χώρους δουλειάς. Ήταν μια σκληρή μάχη με επιτυχίες και με πισωγυρίσματα.

Παιδικοί σταθμοί και νηπιαγωγεία δημιουργήθηκαν από Υπουργεία, την τοπική αυτοδιοίκηση, την Εργατική Εστία και τις επιχειρήσεις. Έγιναν αλλαγές στη νομοθεσία και για τους μισθούς και για τις εκτρώσεις και για τα διαζύγια. Αλλά με την κάμψη του εργατικού κινήματος στις επόμενες δεκαετίες, πολλές αλλαγές έμειναν σε συμβολικό επίπεδο και πολλές κατακτήσεις άρχισαν να ξηλώνονται.

 

Η θεωρία της αντρικής συνομωσίας


Μέσα στο γυναικείο κίνημα, για ένα μεγάλο διάστημα κυριάρχησαν οι απόψεις που υποστήριζαν ότι μέσα στον καπιταλισμό εκτός από τη βασική αντίθεση κεφαλαίου – εργασίας, υπάρχει και μια άλλη αντίθεση εξίσου σημαντική: αυτή ανάμεσα στα φύλα. Κι αυτή είναι που καθορίζει την καταπίεση των γυναικών και γι’ αυτό, παρά τους αγώνες τους, οι γυναίκες βρίσκονται αντιμέτωπες με ένα πατριαρχικό σύστημα οργάνωσης της κοινωνίας. Αυτές οι θεωρίες έκαναν θραύση ανάμεσα στις φεμινίστριες, ιδιαίτερα στην Αμερική.

Πρόσφατα κυκλοφόρησε στην Ελλάδα ένα βιβλίο της Silvia Federici, με τίτλο «Ο Καλιμπάν και η Μάγισσα, Γυναίκες, σώμα και πρωταρχική συσσώρευση» (Εκδόσεις των Ξένων). 

Η άποψη της Federici είναι ότι ο καπιταλισμός είναι το πιο πατριαρχικό σύστημα, ακόμα περισσότερο και από τη φεουδαρχία: «Η οικογένεια αναδύεται αυτή την περίοδο της πρωταρχικής συσσώρευσης σύστοιχο της αγοράς όργανο για τη μεταφορά των κοινωνικών σχέσεων από το δημόσιο στο ιδιωτικό και κυρίως ως μέσο αναπαραγωγής της καπιταλιστικής πειθαρχίας και της πατριαρχικής κυριαρχίας. Αλλά επιπλέον και ως ο πιο σημαντικός θεσμός για την οικειοποίηση και απόκρυψη της γυναικείας εργασίας» (σελ 139). 

Και πιο κάτω στις σελ 164-165, κάτω από τον υπότιτλο «Ο καπιταλισμός και ο έμφυλος καταμερισμός της εργασίας», υποστηρίζει ότι «η κατασκευή μιας νέας πατριαρχικής τάξης πραγμάτων, η οποία μετέτρεψε τις γυναίκες σε υπηρέτριες του αντρικού εργατικού δυναμικού, αποτέλεσε σημαντικό όπλο της καπιταλιστικής ανάπτυξης… Αυτός ο καταμερισμός εργασίας, όπως ακριβώς και ο διεθνής καταμερισμός εργασίας, ήταν πάνω από όλα μια σχέση εξουσίας που διαιρούσε το εργατικό δυναμικό και παράλληλα έδινε τεράστια ώθηση στη συσσώρευση του κεφαλαίου». 

Και πιο κάτω υποστηρίζει ότι: «οι άντρες εργάτες έχουν συχνά υπάρξει συνένοχοι σ’ αυτή τη διαδικασία καθώς προσπάθησαν να διατηρήσουν τη δύναμη τους σε σχέση με το κεφάλαιο, υποτιμώντας και πειθαρχώντας τις γυναίκες, τα παιδιά και τους αποικιοκρατούμενους πληθυσμούς» (σελ 165).
Το βιβλίο της Federici κάνει το λάθος να εξηγεί την καταπίεση των γυναικών μέσα στον καπιταλισμό σαν φυλετική και όχι σαν ταξική.

Αποδέχεται από τη μια μεριά ότι ο καπιταλισμός σαν σύστημα εκμεταλλεύεται την εργατική τάξη που είναι η πηγή του πλούτου και της συσσώρευσης, κι αυτή η εκμετάλλευση μπορεί να συμβεί μόνο στην παραγωγή, αλλά από την άλλη περιγράφει μια πατριαρχική σχέση παραγωγής και εξουσίας που συμβαίνει μέσα στην εργατική οικογένεια. Άρα δυο διαφορετικοί τρόποι εκμετάλλευσης, ο ένας στο εργοστάσιο και ο δεύτερος στη οικογένεια. Και σ’ αυτό, εργαλείο των καπιταλιστών είναι η αντρική εξουσία ανεξάρτητα από την τάξη που ανήκει.
 
Είναι λάθος αυτή η αντίληψη για δυο λόγους.
Ο πρώτος και βασικός, είναι ότι το καπιταλιστικό σύστημα είναι επεκτατικό και μαζί του δεν μπορούν να υπάρχουν δυο τρόποι παραγωγής, αλλά ένας. Τα «φεουδαρχικά» κατάλοιπα στις σχέσεις παραγωγής στην ύπαιθρο, και στις αποικίες στις αρχές του 20ου αιώνα, πολύ γρήγορα εξαφανίστηκαν κάτω από την επέκταση των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής παντού. Ο δεύτερος είναι ότι δεν υπάρχουν δυο ξεχωριστοί «σφαίρες» εκμετάλλευσης, η μια στην παραγωγή και η άλλη στην οικογένεια.

Ο Μαρξ έβαλε το ζήτημα πιο σωστά μιλώντας για βάση και εποικοδόμημα. Στη βάση ανήκει η οικονομία, η παραγωγή, η διανομή και η κυκλοφορία των προϊόντων, και στο εποικοδόμημα ανήκουν οι θεσμοί που διευκολύνουν τους καπιταλιστές να συσσωρεύουν. Η εργατική οικογένεια στον καπιταλισμό ανήκει σ’ αυτούς τους θεσμούς γιατί εξασφαλίζει στο σύστημα την αναπαραγωγή της εργατικής τάξης. Έτσι οι εργάτες και οι εργάτριες μπορούν και ανανεώνονται καθημερινά (τροφή, υγεία, διαπαιδαγώγηση, περιποίηση), ενώ ταυτόχρονα εκεί δημιουργείται και η νέα γενιά των εργατριών και εργατών. Μια νέα γενιά που μπορεί να αντιμετωπίσει τις φυσικές και πνευματικές απαιτήσεις της μισθωτής εργασίας.

Οι καπιταλιστές δεν ήταν διατεθειμένοι να εξασφαλίσουν την κοινωνικοποιημένη αναπαραγωγή (παιδικοί σταθμοί, κοινά εστιατόρια και πλυντήρια κλπ.) και γι’ αυτό συγκεντρώθηκαν στο να δημιουργήσουν μια «νέα» οικογένεια. Ο τρόπος που η οικογένεια βοηθάει την αναπαραγωγή της εργατικής δύναμης είναι η υλική ρίζα της καταπίεσης των γυναικών της εργατικής τάξης σήμερα. Αυτό αποδεικνύεται και από το πώς λειτουργεί ο καπιταλισμός σε σχέση με την οικογένεια από το ξεκίνημα μέχρι σήμερα.
Το πέρασμα από τη φεουδαρχία στον καπιταλισμό σήμανε τη διάλυση της πατριαρχικής οικογένειας και την μετατροπή όλων (αντρών, γυναικών και παιδιών) σε «ελεύθερους εργάτες» που δούλευαν από το πρωί μέχρι το βράδυ για να επιβιώσουν. Σ’ αυτή τη φάση, η αναπαραγωγή της τάξης δεν γίνονταν μέσα στην οικογένεια αλλά μέσα σε ιδρύματα. Η ανάπτυξη των παιδιών και η υγεία των γυναικών ήταν έργο διαφόρων φιλανθρωπικών οργανώσεων και φιλεύσπλαχνων κυριών, παρά της εργατικής οικογένειας.

Αυτό άλλαξε γιατί δεν συνέφερε πια το σύστημα. Ο καπιταλισμός προχώρησε από την απόλυτη στη σχετική υπεραξία και αυτό σήμαινε αναπαραγωγή μιας εργατικής τάξης ικανής να χειρίζεται τις τεχνολογίες που εξασφάλιζαν την απόσπαση σχετικής υπεραξίας. Και άρα δημιουργία της «πυρηνικής» εργατικής οικογένειας με τον άντρα στη δουλειά και τη γυναίκα στο σπίτι και τα παιδιά.
Ο Μαρξ και ο Έγκελς στο Κομμουνιστικό Μανιφέστο εξηγούν πως «οι καπιταλιστές δεν μπορούν να υπάρξουν χωρίς να επαναστατικοποιούν συνεχώς τα μέσα παραγωγής και γι’ αυτό τις σχέσεις παραγωγής, και μαζί τους όλες τις σχέσεις μέσα στην κοινωνία». Κι αυτό ισχύει και για τον θεσμό της οικογένειας, στην αρχή διαλύοντας την πατριαρχική και στη συνέχεια προσπάθησαν να κτίσουν μια καινούργια, χρησιμοποιώντας στοιχεία και από τη φεουδαρχία. Αναβίωσαν προκαταλήψεις, ταυτόχρονα με ψευτοεπιστημοντικές έρευνες περί βιολογικής διαφοράς του άντρα με τη γυναίκα. Ο άντρας θεωρούσε τον εαυτό του ανώτερο, σαν τον παλιό πατριάρχη. Παρόλο που δεν έχει τίποτε υλικό να κερδίσει από την απλήρωτη δουλειά της γυναίκας του μέσα στο σπίτι, ούτε πολύ περισσότερο από τον χαμηλότερο μισθό και τις χειρότερες συνθήκες απασχόλησης έξω απ’ αυτό. Αυτοί που καρπώνονται τα κέρδη είναι οι καπιταλιστές, όχι οι άντρες εργάτες. Όπως με τις ρατσιστικές διακρίσεις αυτοί που επωφελούνται είναι οι καπιταλιστές και όχι οι λευκοί εργάτες, το ίδιο ισχύει και με τις σεξιστικές διακρίσεις. Όσο χειρότερη είναι η θέση των γυναικών τόσο χειροτερεύει η θέση της εργατικής τάξης συνολικά, αντρών και γυναικών.

 

Πώς παλεύεται η καταπίεση


Οι αντιλήψεις ότι η καταπίεση των γυναικών στηρίζεται στα συμφέροντα των αντρών σαν φύλο και όχι των καπιταλιστών σαν τάξη μπορεί να οδηγήσει προς λάθος κατευθύνσεις. Υπάρχει και σήμερα η αντίληψη ακόμα και μέσα στην αριστερά, που υποστηρίζει ότι η ταξική πάλη ενάντια στην εκμετάλλευση δεν έχει τίποτα να κάνει με την γυναικεία καταπίεση. Εκεί χρειάζεται μια δεύτερη πάλη, αυτή ΟΛΩΝ των γυναικών ενάντια σε ΟΛΟΥΣ τους άντρες. Με πιο απλά λόγια, εάν θέλεις να παλέψεις την γυναικεία καταπίεση, γυρνά την πλάτη σου στην ταξική πάλη. Για τούς αυτόνομους είναι πάλη ανάμεσα στα δυο φύλα, για τους ρεφορμιστές δυο ξεχωριστές μάχες. Μπορείς να είσαι σκληρός στη πρώτη και να συμβιβαστείς στη δεύτερη.
Υπάρχουν παραδείγματα του πόσο δεξιά οδήγησαν αυτές οι απόψεις, σε συμμαχίες με το κράτος και σε συμμαχίες με τις πιο συντηρητικές ιδέες και κινήσεις. Και τα δυο λάθη έχουν γίνει από τα φεμινιστικά κινήματα μετά την ύφεση του εργατικού κινήματος στην Ευρώπη και στις ΗΠΑ.

Στην προσπάθεια να σταματήσουν την βία απέναντι στις γυναίκες, οι ακτιβίστριες του φεμινιστικού κινήματος ζήτησαν την βοήθεια του κράτους. Έτσι το κίνημα ενάντια στην κακοποίηση των γυναικών πήρε χρήματα για να φτιάξει καταφύγια. Επίσης κέντρα ενάντια στους βιασμούς. Η συνεργασία με τις κυβερνήσεις έφτασε πολλές φορές απ’ αυτές τις οργανώσεις σε συμβιβασμούς: Έγιναν ιεραρχικές οργανώσεις και άρχισαν να υποκύπτουν σε πολλές πιέσεις που τους έβαζαν οι κυβερνήσεις. Πολύ χειρότερο, διάφορες φεμινιστικές οργανώσεις συνεργάστηκαν με κυβερνητικές οργανώσεις στην καταστολή. Τα αιτήματα των φεμινιστριών για σκληρότερη τιμωρία όσων χρησιμοποιούσαν βία ενάντια στις γυναίκες οδήγησε σε συνεργασία με βουλευτές, εισαγγελείς και άλλους θεσμούς που είχαν σαν στόχο τους τον έλεγχο του εγκλήματος. Αυτό σήμανε ότι έλυσαν τα χέρια στην αστυνομία να ρίχνει στη φυλακή μαύρους ή να τους συλλαμβάνει και να τους δολοφονεί επ’ αυτόφωρο σαν βιαστές. Σαν συνέπεια ένα μεγάλο μέρος από τις κοινωνικές δαπάνες πήγαινε στις φυλακές, ενώ κατηγορούσαν τους κατοίκους του κέντρου των μεγάλων πόλεων για την χειροτέρευση των οικονομικών και κοινωνικών συνθηκών.

Η καμπάνια ομάδων φεμινιστριών ενάντια στην πορνογραφία, οδήγησε σε συμμαχίες με θρησκευτικές κινήσεις που ήταν ενάντια στο δικαίωμα των γυναικών και για την αντισύλληψη και την έκτρωση.

 

Γιατί η πάλη για την ανατροπή του καπιταλισμού


Όταν ο Έγκελς γράφει στο βιβλίο του «Η καταγωγή της οικογένειας, η ιδιοκτησία, και το κράτος» ότι η καταπίεση των γυναικών ξεκινάει από τη στιγμή που η κοινωνία διαιρείται σε τάξεις, θέλει να τονίσει ότι δεν υπήρχε καταπίεση στις πρωτόγονες αταξικές κοινωνίες, ότι η γέννηση των παιδιών δεν καθόριζε τη θέση της γυναίκας μέσα στην κοινότητα. Για να το στηρίζει χρησιμοποιεί έρευνες και μελέτες αρχαιολόγων και εθνολόγων για τις πρωτόγονες κοινωνίες. Μ’ αυτόν τον τρόπο εξηγεί γιατί και πώς γεννιούνται οι συνθήκες που οδηγούν στην καταπίεση του μισού πληθυσμού της γης.

Οι καπιταλιστές προσπαθούν να πάρουν πίσω τις κατακτήσεις της εργατικής τάξης και αυτό επηρεάζει καθημερινά τη ζωή όλων των γυναικών πάνω στον πλανήτη. Μάχες που έδωσαν και κέρδισαν, αρχίζουν να είναι ξανά σε αμφισβήτηση. Οι δουλειές τους, οι μισθοί τους, οι βρεφονηπιακοί σταθμοί, οι σεξουαλικές τους επιλογές και προτιμήσεις. Μπορεί να λένε ότι το διαζύγιο θα βγαίνει πολύ γρήγορα, αλλά οι δυσκολίες να συντηρηθεί μια μονογονεϊκή οικογένεια σήμερα είναι όσο ποτέ ανυπέρβλητες.
Όσο είναι λάθος να αντιμετωπίζει ένας κλάδος εργαζομένων τον αγώνα του ξεχωριστά από τις υπόλοιπες μάχες και απεργίες, άλλο τόσο είναι λάθος η αναζήτηση των ξεχωριστών υποκειμένων και των ξεχωριστών αγώνων. Το εργατικό κίνημα έγινε μεγαλύτερο και πλουσιότερο, όταν ενσωμάτωσε στο πρόγραμμα του και στις μάχες του τα αιτήματα ενάντια στην καταπίεση των γυναικών. 

Σήμερα παλεύουμε για όλα αυτά, αλλά ταυτόχρονα παλεύουμε για μια κοινωνία απελευθέρωσης από τα δεσμά του καπιταλισμού. Η πάλη για την απελευθέρωση των γυναικών έναν αιώνα μετά από το θρυλικό κίνημα για «Ψωμί και Τριαντάφυλλα» παίρνει δύναμη από μια νέα γενιά αντικαπιταλιστών που παλεύουν για να ξεριζώσουν ολόκληρο το σύστημα της εκμετάλλευσης, των διακρίσεων και της καταπίεσης.

 Δήμοσιεύτηκε στο τεύχος 91 του Περιοδικού "Σοσιαλισμός Από τα Κάτω"

Σχόλια