Η διεθνιστική παράδοση στα Βαλκάνια: «Τα λάβαρα ήσαν όλα ερυθρά...»

Διαδήλωση της Φεντερασιόν στην Θεσσαλονίκη.


Τα Βαλκάνια έχουν μια αιματοβαμμένη παράδοση ιμπεριαλιστικών επεμβάσεων και εθνικιστικών συγκρούσεων ανάμεσα στις άρχουσες τάξεις. Διαθέτουν, όμως, και μια πλούσια διεθνιστική παράδοση, από τις αρχές κιόλας του 20ου αιώνα. Για να ακριβολογούμε, ο ρίζες της αριστεράς στην Ελλάδα και στα Βαλκάνια είναι αντιπολεμικές, διεθνιστικές, επαναστατικές. Αυτές οι «ρίζες» απλώθηκαν, επηρέασαν εκατοντάδες χιλιάδες εργάτες και εργάτριες. 


Όταν ξέσπασε για παράδειγμα ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος, η Δεύτερη Διεθνής και τα μεγαλύτερα σοσιαλιστικά κόμματα στον κόσμο, όπως το γερμανικό, πρόδωσαν τις αντιπολεμικές διακηρύξεις τους και τάχτηκαν το καθένα στο πλευρό της δικιάς του άρχουσας τάξης. Υπήρχαν τρία κόμματα που κράτησαν μια ξεκάθαρη αντιπολεμική, διεθνιστική στάση. Το ένα, το γνωστότερο, ήταν οι μπολσεβίκοι του Λένιν στη Ρωσία. 


Τα άλλα δυο ήταν στα Βαλκάνια. Το Σέρβικο Σοσιαλιστικό Κόμμα κι οι «στενοί»  Σοσιαλιστές της Βουλγαρίας. Η αφορμή για το ξέσπασμα του Πρώτου Παγκόσμιου Πόλεμου ήταν η δολοφονία του Αρχιδούκα της Αυστροουγγαρίας από έναν Σέρβο εθνικιστική φοιτητή στο Σεράγεβο, σε αντίποινα για την –πολύ υπαρκτή- εθνική καταπίεση των Σέρβων στη Βοσνία-Ερζεγοβίνη. 


Στην Ελλάδα δεν υπήρχε ακόμα ενιαίο σοσιαλιστικό κόμμα. Η «Φεντερασιόν» της Θεσσαλονίκης –περισσότερα στη συνέχεια- καταδίκασε τον ιμπεριαλιστικό πόλεμο, τάχτηκε κατά της συμμετοχής της Ελλάδας και το πλήρωσε με διώξεις. Την ίδια αντιπολεμική στάση κράτησαν οι περισσότερες σοσιαλιστικές ομάδες στην «Παλιά» Ελλάδα. Αυτοί οι σοσιαλιστές ήταν η μαγιά για την ίδρυση της ΓΣΕΕ και του ΣΕΚΕ το 1918. 


Είναι αλήθεια ότι η ιστορία δεν επαναλαμβάνεται, όμως είναι εξίσου αλήθεια ότι όποιος δεν διδάσκεται από αυτήν είναι καταδικασμένος να την επαναλαμβάνει. Αυτές οι διαπιστώσεις έχουν σημασία, γιατί οι σοσιαλιστές των πρώτων δεκαετιών του 20ου αιώνα στα Βαλκάνια βρέθηκαν αντιμέτωποι με ζητήματα ανάλογα με αυτά που αντιμετωπίζει η Αριστερά σήμερα. 


Ο καπιταλισμός είχε έρθει σχετικά αργά στα Βαλκάνια, όπου επιβίωναν οι καθυστερημένες, ύστερες φεουδαρχικές κοινωνικές δομές της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Οι άρχουσες τάξεις των κρατών που σχηματίζονταν δεν μπορούσαν να ενώσουν την περιοχή, αντίθετα, ρίχνονταν σε λυσασμένες αναμετρήσεις για να εξασφαλίσουν τη λεία από την κρίση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας σε περιοχές που οι πληθυσμοί ήταν ανακατεμένοι. Δίπλα σε αυτό οι Μεγάλες Δυνάμεις της εποχής προσπαθούσαν να εξασφαλίσουν τον έλεγχο των εξελίξεων. 


Ο Λ. Τρότσκι έγραφε το 1910: 


«Τα σύνορα μεταξύ των κρατιδίων της Βαλκανικής Χερσονήσου δεν τραβήχτηκαν με βάση τις εθνικές συνθήκες ή απαιτήσεις, αλλά ως αποτέλεσμα πολέμων, διπλωματικών συνομοσιών και δυναστικών συμφερόντων. Οι Μεγάλες Δυνάμεις –κατά πρώτο λόγο η Αυστρία κι η Ρωσία-  είχαν πάντοτε άμεσο συμφέρον να θέτουν τους βαλκανικούς λαούς και κράτη αντιμέτωπα μεταξύ τους, να τα αποδυναμώνουν για να τα θέσουν κάτω από την οικονομική και πολιτική τους επιρροή. Οι ανίσχυρες δυναστείες που κυβερνούν στα «θραύσματα» της Βαλκανικής Χερσονήσου χρησίμευσαν πάντοτε, και εξακολουθούν να χρησιμεύουν ως μοχλοί των ευρωπαϊκών διπλωματικών δολοπλοκιών. …Στην κορυφή όλων αυτών βρίσκεται ένας εξοντωτικός μιλιταρισμός που γεννήθηκε για να διατηρήσει τα Βαλκάνια διαιρεμένα κι ο οποίος φέρνει στην επιφάνεια τον κίνδυνο πολέμων μοιραίων….» 


Η εναλλακτική λύση στη διαιώνιση αυτής της κατάστασης, υποστήριζαν οι σοσιαλιστές των Βαλκανίων, ήταν η Βαλκανική Ομοσπονδία, όπου όλοι οι λαοί της περιοχής θα απολάμβαναν τα δικαιώματά τους. Όπως σημείωνε ο Τρότσκι στο ίδιο άρθρο:


«Τα Σοσιαλδημοκρατικά Κόμματα της Σερβίας και της Βουλγαρίας οι πιο ώριμοι αντιπρόσωποι του εργατικού κινήματος στα Βαλκάνια παλεύουν ακούραστα σε δυο μέτωπα: ενάντια στις δικές τους δυναστικές-σοβινιστικές κλίκες και ενάντια στα ιμπεριαλιστικά σχέδια του τσαρισμού και της Ευρώπης του χρηματιστηρίου. Η Bαλκανική Oμοσπονδιακή Δημοκρατία, ως το θετικό πρόγραμμα αυτής της πάλης, έχει γίνει το λάβαρο ολόκληρου του συνειδητοποιημένου προλεταριάτου των Βαλκανίων χωρίς διάκριση φυλής, εθνότητας ή κρατικών συνόρων».


Ξεκινώντας από αυτή την αφετηρία, οι σοσιαλιστές προσπάθησαν να χαράξουν την πορεία τους. Δεν συμφωνούσαν πάντα, αλλά δυο πράγματα είχαν ξεκάθαρα. 


Το πρώτο ήταν ότι οι επεμβάσεις των Μεγάλων Δυνάμεων στην περιοχή δεν φέρνουν ειρήνη και ευημερία αλλά πόλεμο και δυστυχία με όποιο μανδύα και να σκεπάζονται. Οι σοσιαλιστές της Σερβίας είχαν δείξει γενναία δείγματα αυτής της στάσης. Το 1914 ένας από αυτούς, ο Ντιμίτρι Τούτσοβιτς, έγραψε ένα άρθρο με τίτλο «Σερβία και Αλβανία». Σε αυτό καταδίκαζε την υποκριτική υποστήριξη της Ιταλίας και της Αυστροουγγρικής Αυτοκρατορίας στο κίνημα ανεξαρτησίας των Αλβανών. Αυτές οι δυο δυνάμεις έγραφε, θέλουν να δημιουργήσουν ένα «κράτος-πυγμαίο» υποταγμένο στα συμφέροντά τους, για να χτυπήσουν τη Σερβία –που η μοναρχία της εκείνη τη περίοδο στρεφόταν προς τη Ρωσία. 


Το δεύτερο ήταν ότι οι άρχουσες τάξεις των χωρών τους ήταν κομμάτι του προβλήματος και ότι οι εθνικιστικές τους εξορμήσεις έπρεπε να καταδικάζονται. Για παράδειγμα,  η αντίθεση του Τούτσοβιτς στον ιμπεριαλισμό δεν τον εμπόδιζε να αντιταχθεί με σθένος στη σερβική άρχουσα τάξη. Έγραφε στο ίδιο άρθρο:


«Οι Σοσιαλιστές, που εκπροσωπούν το προλεταριάτο, ποτέ δεν ήταν λακέδες της επιθετικής πολιτικής των κυρίαρχων τάξεων και γι’ αυτό έχουν καθήκον να αντιταχθούν στην πολιτική εξόντωσης των Αλβανών. Ενάντια σε αυτή την πολιτική, οι Σοσιαλιστές υψώνουν το δικό τους σύνθημα: πολιτική και οικονομική ένωση όλων των βαλκανικών λαών, και των Αλβανών, στη βάση της πλήρους δημοκρατίας και ισότητας».


Τη διεθνιστική προοπτική τους για τα Βαλκάνια προσπάθησαν να την «μεταφράσουν» σε συγκεκριμένη πολιτική και οργανωτικό συντονισμό. 

Η Πρώτη Βαλκανική Σοσιαλιστική Συνδιάσκεψη στο Βελιγράδι της Σερβίας, τον Γενάρη του 1910, έδωσε την ευκαιρία στους σοσιαλιστές από διάφορες χώρες των Βαλκανίων να συζητήσουν τον κίνδυνο του πολέμου και τη λύση για τα Βαλκάνια. Ενα από τα βασικά θέματα που απασχόλησαν τη Συνδιάσκεψη ήταν το «Μακεδονικό Ζήτημα». H Συνδιάσκεψη επέμενε ότι η λύση του είναι η αυτοδιάθεση των μακεδόνων στα πλαίσια της Βαλκανικής Δημοκρατικής Ομοσπονδίας. Και μόνο αυτό το στοιχείο, κάνει σκόνη όλες τις εθνικιστικές διαστρεβλώσεις ότι τάχα το «Μακεδονικό» κατασκευάστηκε είτε από τους Βούλγαρους κομμουνιστές τη δεκαετία του 1920 είτε από τον Τίτο τη δεκαετία του 1940.


Το 1911 η Ιταλία εισέβαλε στη Λιβύη –που τότε ήταν κομμάτι της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας- και την κατέλαβε μαζί με τα Δωδεκάνησα. Οι σοσιαλιστές των Βαλκανίων οργάνωσαν μεγάλες αντιπολεμικές και αντιμπεριαλιστικές διαδηλώσεις ενάντια στην εισβολή χωρίς να σταματάνε τη κριτική τους στην καταπιεστική Οθωμανική Αυτοκρατορία. Στη Θεσσαλονίκη, όπως περιγράφει ο Ρουμάνος επαναστάτης Κρίστιαν Ρακόφσκι:


«Σε ογκώδη συγκέντρωση 6.000 ατόμων στη πλατεία Σελιμέ εκφωνούν ομιλίες ο Βλάχωφ στα τούρκικα, ο Αρδίτι στα ισπανοεβραϊκά, ο Ζαβέν στα γαλλικά, ο Τόμωφ στα βουλγάρικα και ο Στέργιος στα ελληνικά...» 


Όταν ξέσπασε ο Πρώτος Βαλκανικός Πόλεμος, οι «Σοσιαλιστές των Βαλκανίων και της Τουρκίας» με πρωταγωνιστή τον Κ. Ρακόφσκι έκδοσαν μια κοινή διακήρυξη. Σύμφωνα με τον  Α. Μπεναρόγια:


«Ηλεγξεν δριμύτατα την ανόητον Νεοτουρκικήν πολιτικήν και τας αστικάς ‘τρέλας’ των βαλκανικών κρατών, υπέδειξεν τον κατήφορον του ευρωπαϊκού καπιταλισμού και την ανικανότητα των ευρωπαίων διπλωματών να λύσουν άνευ καταστροφής τα μεγάλα προβλήματα της εποχής, εν οις και τον εθνικόν του Αίμου. Η προκήρυξις αυτή προέβλεπεν ότι ο βαλκανικός πόλεμος θα ήτο η εισαγωγή εις νέαν περίοδον γενικών πολέμων και επαναστάσεων, το τέλος της κεφαλαιοκρατίας».


Είχανε τη δυνατότητα τέτοιες πολιτικές απόψεις να ρίξουν ρίζες, να αποκτήσουν μαζική επιρροή; Η απάντηση είναι καταφατική. Το 1912 και 1913 οι «Στενοί» σοσιαλιστές της Βουλγαρίας καταδίκασαν τη συμμετοχή της χώρας τους στους Βαλκανικούς Πολέμους, χωρίς να κάνουν καμιά παραχώρηση. Στις εκλογές του 1913 κέρδισαν έναν εντυπωσιακό αριθμό ψήφων και 18 έδρες στο βουλγάρικο κοινοβούλιο. Η άρχουσα τάξη τρομοκρατήθηκε τόσο πολύ απ’ αυτά τα αποτελέσματα ώστε ο βασιλιάς Φερδινάνδος ακύρωσε τα αποτελέσματα των εκλογών.


Το παράδειγμα της «Φεντερασιόν» στη Θεσσαλονίκη είναι επίσης χαρακτηριστικό. Η «Σοσιαλιστική Εργατική Ομοσπονδία» ιδρύθηκε το 1909 με πρωτοβουλία Εβραίων σοσιαλιστών -ανάμεσά τους ξεχώριζε ο Αβραάμ Μπεναρόγια. Η «Φεντερασιόν» έβαλε σαν στόχο της να οργανώσει τους αγώνες και τον συνδικαλισμό των εργατών στη πολυεθνική Θεσσαλονίκη και Μακεδονία της εποχής και να διαδώσει τις σοσιαλιστικές ιδέες. Τα κατάφερε. Οι μαρτυρίες του Μπεναρόγια δείχνουν παραστατικά πώς έγινε αυτό:


«Το “Αβάντι” συνεχίζει την εμφάνισίν του, εκδιδόμενο τρις της εβδομάδος και ασκούν δριμυτάτην κριτικήν. Οι Τούρκοι μπέηδες οι οποίοι άφησαν την μάζαν των λαϊκών τουρκικών στρωμάτων εις αθλίαν κατάστασιν, ενώ εφρόντισαν δι’ εαυτούς, οι Βούλγαροι στρατιωτικοί, οι οποίοι σφάζουν τον ήσυχον τουρκικόν πληθυσμόν της Στρωμνίτσης, αι ελληνικαί αρχαί αι οποίαι δεν προλαμβάνουν νέαν εμφάνισιν της χολέρας, η ισραηλιτική κοινότης η οποία δεν επεκτείνει το δικαίωμα της ψήφου δι’ όλους τους Ισραηλίτας. Όλα ελέγχοντο από το “Αβάντι”».


Η «Φεντερασιόν» ριχνόταν στη μάχη να οργανώσει τους εργάτες πέρα από εθνικές διαχωριστικές γραμμές σε κοινά σωματεία, απαλλαγμένα από την επιρροή των αστών πολιτευτάδων. Και υποστήριζε κάθε εργατικό αγώνα, ακόμα κι αν επικεφαλής του βρίσκονταν εργάτες με εθνικιστικές απόψεις. Ο Μπεναρόγια περιγράφει πως παλιότερα στην Καβάλα, έλληνες και τούρκοι εργάτες είχαν κάψει φύλλα της «Εφημερίδος των Εργατών» [μιας προηγούμενης έκδοσης της Φεντερασιόν»] «διότι δίπλα εις την ελληνικήν είχε την βουλγαρικήν ή δίπλα εις την τουρκικήν είχεν άλλην γλώσσαν». Όμως, από το 1912 «η κατάστασις είχε αρχίσει να αλλάζει ριζικώς». Οι σοσιαλιστές ιδέες απλώνονται στη Καβάλα και σε όλη την ανατολική Μακεδονία και τον Μάρτη του 1914 ξεσπά η πρώτη μεγάλη απεργία των καπνεργατών. Οι σοσιαλιστές της «Φεντερασιόν» (Εβραίοι και έλληνες) είναι στην ηγεσία της. 


Πάνω σε αυτές τις βάσεις πάτησε η ίδρυση του ΣΕΚΕ –του κατοπινού ΚΚΕ- τον Νοέμβρη του 1918. Από τα πρώτα του βήματα, το ΣΕΚΕ ήταν ένα αντιμπεριαλιστικό-διεθνιστικό κόμμα. Αντιτάχθηκε στις «εθνικές διεκδικήσεις» της άρχουσας τάξης και της κυβέρνησης του Βενιζέλου στο τέλος του Πρώτου Παγκόσμιου Πολέμου. Τα μέλη του πρωταγωνίστησαν στις απεργίες και στην αντιπολεμική δράση, ιδιαίτερα από την άνοιξη του 1919, όταν τα ελληνικά στρατεύματα αποβιβάστηκαν στη Σμύρνη και ξεκίνησε η Μικρασιατική Εκστρατεία. Άλλωστε οι απεργίες και η αντιπολεμική δράση δεν ήταν κάτι ξεχωριστό: οι θυσίες του πολέμου που επέβαλε η άρχουσα τάξη στους εργάτες και τους φτωχούς αγρότες γιγάντωναν την αντιπολεμική διάθεση. 


Οι επαναστάτες του ΣΕΚΕ πρωταγωνίστησαν και στην αντιπολεμική δράση μέσα στο στρατό της Μικράς Ασίας. Από κει βγήκε μια ολόκληρη γενιά αγωνιστών που θα πρωταγωνιστούσε στους αγώνες τα επόμενα χρόνια, όπως ο Παντελής Πουλιόπουλος. 


Το ΣΕΚΕ διακήρυτε ανοιχτά τον διεθνισμό του. Τον Μάρτη του 1921, στα 100 χρόνια από την Επανάσταση του 1821, το κύριο άρθρο της «Κομμουνιστικής Επιθεώρησης» –του θεωρητικού περιοδικού του ΣΕΚΕ- κατάληγε στο εξής συμπέρασμα:


«Μετά 100 έτη από της Επαναστάσεως του 1821 δυνάμεθα να είπωμεν ότι δεν υπάρχουν πλέον εθνικά ζητήματα δια την Ελλάδα. Υπάρχει όπως κι εις όλον τον κόσμον κοινωνικόν ζήτημα, το οποίο θα λυθή δια της εσωτερικής πάλης μεταξύ της αστικής τάξεως και του εργαζομένου πληθυσμού της χώρας. …Μια λύσις υπάρχει δια τους εργαζόμενους ανθρώπους εν Ελλάδι κι εκτός. Να δημιουργηθή η σοσιαλιστική Δημοκρατία των Σοβιέτ εις την Βαλκανικήν. Κατ’ αυτόν τον τρόπον μόνον θα λυθούν δια τον λαόν τα εθνικά ζητήματα, τα οποία εκμεταλλεύεται η αστική τάξις της Ελλάδος δια να πωλή το αίμα και την ελευθερίαν του λαού αυτού εις τους κεφαλαιοκράτας των αντατικών Δυνάμεων».


Το σύνθημα της «Βαλκανικής Ομοσπο-νδιακής Σοσιαλιστικής Δημοκρατίας» έχει δεχτεί από τότε τόνους λάσπης από την αστική εθνικιστική προπαγάνδα. Το 1924 το ΚΚΕ, με γραμματέα τον Π. Πουλιόπουλο, στα πλαίσια αυτής της προοπτικής, υιοθέτησε το σύνθημα για μια «ανεξάρτητη Μακεδονία-Θράκη» όπου οι Μακεδόνες (καταπιεσμένη μειονότητα σε τρία κράτη εκείνη την περίοδο, τη Σερβία τη Βουλγαρία και την Ελλάδα) θα έβρισκαν τη θέση τους στα Σοσιαλιστικά Βαλκάνια. Η διατύπωση του συγκεκριμένου συνθήματος μπορεί να είχε προβλήματα, όμως η ανάλυση από την οποία πήγαζε ήταν σωστή: οι εκκλήσεις για ενότητα ενάντια στις άρχουσες τάξεις και τον ιμπεριαλισμό, θα ήταν σκέτη υποκρισία αν «αγνοούνταν» τα δικαιώματα των μειονοτήτων, όχι μόνο στο όνομα και τη γλώσσα τους αλλά και στο κράτος τους. 

Λίγους μήνες αργότερα, η δικτατορία του Πάγκαλου έσυρε τον Πουλιόπουλο και άλλους συντρόφους του στο στρατοδικείο με τη κατηγορία ότι συνωμοτούσαν για την «απόσπαση μέρους της εθνικής επικρατείας». 

Εκεί ο Πουλιόπουλος υπεράσπισε με λαμπρό τρόπο τη διεθνιστική πολιτική. Το 1928, όντας πια διαγραμμένος ως τροτσκιστής από το ΚΚΕ, ο Πουλιόπουλος επέμενε ότι οι επαναστάτες:


«Επίσης [οφείλουνε] χωρίς δισταγμό να στηλιτεύουνε την εξεθνιστική πολιτική, την οποία με «εκούσιες» και ακούσιες μεταναστεύσεις του δυστυχισμένου μακεδονικού λαού εφάρμοσε η ελληνική μπουρζουαζία από κοινού με τη βουλγαρική και τη σερβική, χρησιμοποιώντας για όργανα τα άλλα δυστυχισμένα θύματα της σοβινιστικής της πάλι μικρασιατικής πολεμικής περιπέτειας. Κι οφείλουν να διακηρύξουνε με όλη τους τη δύναμη ότι πολύ μακριά από το να λύουνε τέτοιες μέθοδοι το μακεδονικό ζήτημα, απεναντίας το περιπλέκουνε ακόμη περισσότερο και διαιωνίζουνε τις αιτίες νέων καταστροφικών πολέμων.


Ο μόνος τρόπος για την οριστική λύση του ζητήματος αυτού είναι ο συμμαχικός αγώνας όλων των καταπιεζόμενων εθνοτήτων και των προσφύγων με τις εργατικές και αγροτικές μάζες των βαλκανικών χωρών για την εγκαθίδρυση της Βαλκανικής Ομοσπονδίας των Εργατοαγροτικών Δημοκρατιών, όπου και μόνον είναι δυνατόν ο μακεδονικός λαός να αποχτήσει την πλήρη του εθνική αυτοδιάθεση, μέχρι και του κρατικού του ξεχωρισμού, αν τέτοια είναι η θέλησή του». 


Η διεθνιστική παράδοση της αριστεράς στα Βαλκάνια έχει μείνει θαμμένη για δεκαετίες. Είναι ανάγκη για την αριστερά σήμερα να την ανακαλύψει ξανά και να βαδίσει στα χνάρια της. Η «ακούραστη πάλη σε δυο μέτωπα» που περιέγραφε ο Τρότσκι, είναι και σήμερα στην ημερήσια διάταξη, έστω κι αν οι βαλκανικές χώρες έχουν απαλλαγεί από τις «δυναστικές κλίκες». Η πάλη ενάντια στον ιμπεριαλισμό και στις επεκτατικές ορέξεις της κυρίαρχης τάξης –με όποιον ειρηνικό ή ανθρωπιστικό μανδύα κι αν ντύνονται- πάει χέρι-χέρι. Η σύγκρουση με τον ιμπεριαλισμό για να είναι αποτελεσματική χρειάζεται να στηρίζεται σε μια διεθνιστική πολιτική, που θα αντιμάχεται τις «εθνικές εκστρατείες» μιας άρχουσας τάξης που είναι χωμένη μέχρι το λαιμό στις ιμπεριαλιστικές επεμβάσεις και πολέμους. 


«Η Πρωτομαγιά του 1911 εωρτάσθη εν Θεσσαλονίκη μεγαλοπρεπώς. Εωρτάσθη σχεδόν εις όλας τας πόλεις. Εις την μεγάλιν παρέλασιν της Θεσσαλονίκης έλαβον μέρος όχι μόνο Ισραηλίται και Βούλγαροι αλλά και αρκετοί Ελληνες και Τούρκοι. Μεταξύ των ρητόρων συγκατελέγετο ο Βλάχωφ, ο Παπαθωμάς, ο Αρδίτι, ο Τούρκος Ιχσάν, και ο Μπεναρόγιας. Τέσσαρες μουσικές ετοποθετήθησαν μεταξύ των χιλιάδων διαδηλωτών, κατατεγμαμένων κατ’ επάγγελμα, τα λάβαρα ήσαν όλα ερυθρά, σοσιαλιστικά, η δε Διεθνής, σοσιαλιστικός ύμνος, άρχισε εις διάφορες γλώσσες ταυτοχρόνως. 12.000 εργάτες απήργησαν, 7.000 παρήλασαν. Ήτο καθαρά πλέον η υπερίσχυσις των σοσιαλιστών».


Αν αυτές οι σκηνές μπορούσαν να εκτυλιχθούν στην Θεσσαλονίκη του 1911, σήμερα με μια εργατική τάξη πολλές φορές μεγαλύτερη σε όλα τα Βαλκάνια, η διεθνιστική πολιτική μπορεί να δώσει την ελπίδα σε εκατομμύρια ανθρώπους. 

Σοσιαλισμός Από τα Κάτω, τεύχος 67, Μάρτης-Απρίλης 2008

Σχόλια

Πολυτεχνείο και επαναστατική Αριστερά

Γερμανία 1918: Η επανάσταση που σταμάτησε τον Πόλεμο

Ο φασισμός και η εργατική τάξη

Φεμινισμός: Κινήματα και Θεωρίες

Οι ρίζες της καταπίεσης των γκέι