Η ήττα του Επαναστατικού Προλεταριάτου στη Γερμανία - Κριτική του ΚΚ Γερμανίας από την ίδρυσή του (12/1918) μέχρι το Πραξικόπημα του Καππ (3/1920)

  
Απ' όλα τα κομμουνιστικά κινήματα εκτός της Ρωσίας το πιο σημαντικό ήταν αυτό της Γερμανίας. Εκεί οι δεκαεννιά μήνες μετά την πτώση του Κάιζερ ήταν πολύ απογοητευτικοί. Αυτή η εξέλιξη είχε ειδική σημασία γιατί οι γερμανοί σύντροφοι ήταν οι πιο έμπειροι ευρωπαίοι Κομμουνιστές. Όμως ακόμα και το γερμανικό Κομμουνιστικό Κόμμα ήταν πολύ ανώριμο.




Στο ιδρυτικό του συνέδριο το Δεκέμβρη του 1918 το KPD έδειξε ότι υπέφερε από παιδικό αριστερισμό. Οι αντιπρόσωποι στο συνέδριο δεν ήθελαν ν' ακολουθήσουνε τη γραμμή που πρότεινε η λαμπρή ηγέτιδά του, Ρόζα Λούξεμπουργκ.


   Ένα ζήτημα που έπρεπε να αποφασίσει το Συνέδριο ήταν η στάση που έπρεπε να έχουν οι κομμουνιστές απέναντι στις εκλογές για την Εθνοσυνέλευση. Η Ρόζα Λούξεμπουργκ υποστήριζε:

Είμαστε τώρα στη μέση της επανάστασης και η Εθνοσυνέλευση είναι ένα αντεπαναστατικό φρούριο που έχει εγερθεί ενάντια στο επαναστατικό προλεταριάτο. Το καθήκον μας λοιπόν είναι να καταλάβουμε αυτό το φρούριο με έφοδο και να το ισοπεδώσουμε. Για να κινητοποιηθούν οι μάζες ενάντια στην Εθνοσυνέλευση και να κληθούν να κάνουν έναν πολύ έντονο αγώνα ενάντιά της πρέπει να χρησιμοποιήσουμε τις εκλογές και το ίδιο το βήμα της Εθνοσυνέλευσης... Τα καθήκοντα της συμμετοχής μας στην Εθνοσυνέλευση είναι: να καταγγείλουμε δυνατά χωρίς έλεος όλα τα ύπουλα κόλπα της αξιότιμης Εθνοσυνέλευσης, να αποκαλύψουμε την αντεπαναστατική της δουλειά βήμα-βήμα στις μάζες και να καλέσουμε τις μάζες να παρέμβουν και να επιβάλλουν λύση.

   Αλλά οι αντιπρόσωποι αποφάσισαν να μη συμμετέχουν στις εκλογές. Η διάθεση της πλειοψηφίας εκφράστηκε από τον πρώην σοσιαλδημοκράτη βουλευτή, Όττο Ρίλε. Επέμενε ότι δε χρειάζεται να χρησιμοποιηθεί η Εθνοσυνέλευση σαν βήμα. "Έχουμε άλλα βήματα. Ο δρόμος είναι το μεγάλο βήμα που έχουμε κατακτήσει και που δεν θα εγκαταλείψουμε ακόμα και αν μας πυροβολήσουν". Έτσι με 62 ψήφους έναντι 23, το Συνέδριο ψήφισε ενάντια στη συμμετοχή στις εκλογές για την Εθνοσυνέλευση που θα δημιουργούσε τη νέα Δημοκρατία.



Η ίδια ανυπομονησία φάνηκε και στη συζήτηση για τον οικονομικό αγώνα. Ο Λάνγκε, που ήταν ο εισηγητής της ηγεσίας, δεν πήρε θέση πάνω στο αν θα έπρεπε οι επαναστάτες να παραμείνουν στα παλιά συνδικάτα. Πολλοί άλλοι αντιπρόσωποι εξέφρασαν την άποψη ότι η παραμονή ήταν ασυμβίβαστη με τον επαναστατικό κομμουνισμό.



Ο Πάουλ Φρέλιχ έβαλε το σύνθημα "Έξω από τα συνδικάτα" καλώντας για δημιουργία επαναστατικών εργατικών συνδικάτων που θα έσβηναν μια και καλή τη διάκριση μεταξύ κόμματος και συνδικάτων. Δέχτηκε επίθεση από τη Ρόζα Λούξεμπουργκ γιατί δεν έδωσε έμφαση στο χτίσιμο εργατικών συμβουλίων. Δεν της άρεσε το σύνθημα "Έξω από τα συνδικάτα", αλλά συμφωνούσε ότι η εξαφάνιση των συνδικάτων ήταν πια στην ημερήσια διάταξη. Μόνο ο Χέκερτ τόνισε ότι τα συνδικάτα δεν είχαν φάει τα ψωμιά τους, ότι τα αποδέχονταν ακόμα πολλοί εργάτες κι ότι το σύνθημα "Έξω από τα συνδικάτα" ήταν εξαιρετικά επικίνδυνο. [...]



   Η έλλειψη συνοχής μέσα στο κόμμα ενισχύθηκε από άλλη μία συνέπεια των αριστερίστικων θέσεων που υιοθέτησε το Συνέδριο. Η πιο έμπειρη και με μεγαλύτερη επιρροή ομάδα των αγωνιστών εργατών στο ίδιο το Βερολίνο, οι επαναστάτες ηγέτες επιτροπών βάσης από τα μεγάλα εργοστάσια αναμενόταν ότι θα προσχωρούσαν στο κόμμα με την ίδρυσή του. Αλλά οι συζητήσεις μιας αντιπροσωπείας από το νέο κόμμα, που επικεφαλής της ήταν ο Λήμπνεχτ, με τους ηγέτες από τις επιτροπές βάσης, πολύ γρήγορα μπλόκαραν. Οι ηγέτες με τη μεγαλύτερη επιρροή δεν εμπιστεύονταν την ανυπομονησία του KPD.



   Στις 5 Γενάρη του 1919 το ακόμα μικρό Κομμουνιστικό Κόμμα, με την υποστήριξη μερικών τοπικών πυρήνων του USPD προσπάθησε να πάρει την εξουσία στο Βερολίνο. Η εξέγερση δεν είχε σχεδιαστεί στη βάση ενός υπολογισμού του συσχετισμού δυνάμεων. Ήταν η αυθόρμητη αντίδραση των Κομμουνιστών και κάποιων αγωνιστών του USPD ενάντια στην προσπάθεια της κυβέρνησης να απολύσει τον Εμίλ Άιχορν, ένα μέλος του USPD που είχε αναλάβει την ηγεσία της αστυνομίας του Βερολίνου στη διάρκεια της επανάστασης του Νοέμβρη. Η Λούξεμπουργκ ήταν αντίθετη στην εξέγερση. Η αντίρρησή της δεν έγινε δεκτή και ανέλαβε απρόθυμα την ηγεσία της εξέγερσης. Όμως, χωρίς την υποστήριξη της πλειοψηφίας της εργατικής τάξης, ακόμα και στο Βερολίνο, η εξέγερση τσακίστηκε γρήγορα. Ο Έμπερτ, ο Σάιντεμαν και ο Νόσκε, οι ηγέτες της Σοσιαλδημοκρατίας, πρόσφεραν "Σοσιαλιστική" και "Δημοκρατική" νομιμότητα στις βιαστικά ανασυγκροτημένες δεξιές μονάδες του στρατού που επικεφαλής τους ήταν πρώην αυτοκρατορικοί αξιωματικοί.



   Στην καταστολή που ακολούθησε η Ρόζα Λούξεμπουργκ, ο Καρλ Λήμπνεχτ και πολλοί άλλοι δολοφονήθηκαν. Οι τακτικές του KPD ήταν ριζικά λάθος. Η απλή αντιπαράθεση των Σοβιέτ απέναντι στην Εθνοσυνέλευση και η αποχή από τις εκλογές στο όνομα των Σοβιέτ είχαν οδηγήσει σε αδιέξοδο. Αυτό φαινόταν καθαρά από τη σύνθεση των Σοβιέτ των εργατών και των στρατιωτών στη Γερμανία και από τα αποτελέσματα των εκλογών για την Εθνοσυνέλευση. Στο πρώτο παγγερμανικό συνέδριο των Σοβιέτ Στρατιωτών και Εργατών, που συνεδρίασε στις 16 Δεκέμβρη του 1918, από τους 488 αντιπροσώπους μόνο 10 ήταν υποστηριχτές του KPD: ο Λήμπνεχτ και η Λούξεμπουργκ δεν μπόρεσαν να εκλεγούν σ' αυτό το συνέδριο. Στις εκλογές για την Εθνοσυνέλευση στις 19 Γενάρη του 1919 το SPD (Σοσιαλδημοκρατία) κέρδισε 11.466.000 ψήφους και το USPD (αριστερή του διάσπαση) 2.315.000. Το KPD απείχε αλλά σίγουρα δε θα έπαιρνε περισσότερο από μερικές δεκάδες χιλιάδες ψήφους.[...]



   Η αριστερίστικη στάση του KPD το Γενάρη του 1919 έληξε με καταστροφή. Η εξέγερση του Γενάρη του 1919 στη Γερμανία έμοιαζε από πολλές απόψεις με τις ημέρες του Ιούλη στη Ρωσία του 1917. Στην Πετρούπολη τον Ιούλη του 1917 (όπως στο Βερολίνο του 1919) οι εργάτες και οι στρατιώτες αισθάνονταν πολύ ισχυροί. Η κυβέρνηση οργάνωσε μια προβοκάτσια... Οι εργάτες αντέδρασαν κινούμενοι γοργά προς την επανάσταση. Στη Ρωσία ο Λένιν ήταν σταθερός στην άποψή του ότι το κίνημα ήταν πρόωρο και εξαιρετικά επικίνδυνο: "Πρέπει να είμαστε πολύ προσεκτικοί έτσι ώστε να μην υποκύψουμε σε μια προβοκάτσια... Μια λάθος κίνηση από τη μεριά μας μπορεί να καταστρέψει τα πάντα... Ακόμα και αν μπορούσαμε τώρα να πάρουμε την εξουσία είναι απλοϊκό να νομίσουμε ότι θα καταφέρουμε να την κρατήσουμε". 


   Οι ηγέτες των Μπολσεβίκων δεν μπορούσαν να συγκρατήσουν τις μάζες. Οι διαδηλώσεις έγιναν παρά τις αντιρρήσεις τους. Θα έπρεπε λοιπόν να έχουν διατάξει τα δικά τους κομματικά μέλη να μη συμμετέχουν στη διαδήλωση; Αν το έκαναν αυτό θα ήταν μοιραίο. Θα είχε μπερδέψει και αποδιοργανώσει πάρα πολλούς εργάτες που μόλις την προηγούμενη μέρα είχαν σπάσει από τους Μενσεβίκους και τους Εσέρους. Αυτοί οι εργάτες δεν θα συνέχιζαν να βλέπουν τους Μπολσεβίκους σαν το κόμμα τους αν οι Μπολσεβίκοι είχαν αποστασιοποιηθεί απ' τη μάχη. Έπρεπε να είναι με τις μάζες στους δρόμους, προσπαθώντας να δώσουν στη διαδήλωση τα συνθήματα που θα κράταγαν τις μάζες συσπειρωμένες και θα εξέφραζαν τη μαχητική τους διάθεση, ενώ θα απέφευγαν την απόπειρα να καταληφθεί η εξουσία. [...] Όπως έγραφε ο Λένιν δύο χρόνια αργότερα:

Αν το κόμμα μας είχε αρνηθεί να υποστηρίξει το μαζικό κίνημα της 3-4 Ιούλη που ξέσπασε αυθόρμητα παρά τις προσπάθειές μας να το εμποδίσουμε, θα είχαμε πλήρως και ολοκληρωτικά προδώσει το προλεταριάτο, εφόσον ο λαός κινήθηκε σπρωγμένος από τη γερά ριζωμένη και δίκαιη οργή του. [...] Τα λάθη είναι αναπόφευκτα όταν οι μάζες πολεμούν, αλλά οι κομμουνιστές μένουν με τις μάζες και αγωνίζονται επίμονα για τη νίκη της ταξικής συνείδησης πάνω στο αυθόρμητο.

 Αυτά σήμαιναν στην πράξη ότι οι Μπολσεβίκοι, επειδή καταλάβαιναν ότι μια προσπάθεια να επιχειρηματολογήσουν ενάντια στη δράση των εργατών και των στρατιωτών θα ήταν άχρηστη, καλούσαν και αυτοί σε ένοπλες διαδηλώσεις, που θα ήταν όμως ειρηνικές και οργανωμένες διαδηλώσεις.


   Αντίθετα, οι ηγέτες του γερμανικού ΚΚ δεν είχαν ξεκάθαρη άποψη για το αν το κίνημα είχε μόνο περιορισμένους στόχους. Η Ρόζα Λούξεμπουργκ φοβήθηκε ν' ανοίξει μια σκληρή κόντρα με τους μόλις ριζοσπαστικοποιημένους μαχητικούς εργάτες και να τους δείξει ότι είχαν λάθος να βιάζονται τόσο πολύ.[...]


   Η τακτική αδυναμία του KPD δεν ήταν καθόλου τυχαία. Ήταν το αναπόφευκτο αποτέλεσμα της προηγούμενης εμπειρίας της ομάδας της Ρόζας Λούξεμπουργκ. Δεν είχε ποτέ οργανώσει ένα πειθαρχημένο κόμμα, ή ακόμα και μια φράξια μέσα στο SPD. Η ομάδα της ήταν απλώς μια προπαγανδιστική ομάδα. Η αυστηρή πειθαρχία που απαιτούσε ο Λένιν είχε στόχο πάνω απ' όλα να πετύχει την ενότητα στη δράση. Μια ομάδα που γενικά περιορίζονταν σε προπαγάνδα δεν είχε την ανάγκη ενός τόσο αυστηρού καθεστώτος. Το ελεύθερο παιχνίδι των ιδεών ήταν πολύ πιο σημαντικό. Επειδή το μυαλό της Ρόζας ήταν συγκεντρωμένο στην προπαγάνδα, η διάκριση μεταξύ των μελών του κόμματος που υποτάσσονταν στην κομματική πειθαρχία και των υποστηριχτών ή συμπαθούντων, μία διάκριση που ήταν τόσο βασική για το Λένιν, την αφορούσε πολύ λιγότερο. Για τη Ρόζα Λούξεμπουργκ η επίδραση του κόμματος πάνω στην εργατική τάξη θα ασκούνταν κυρίως μέσω των ιδεών, παρά μέσω της δύναμης της οργάνωσης ή μέσω της δράσης που ξεκινούσε η ίδια η οργάνωση, ενώ για το Λένιν τα δύο αυτά στοιχεία ήταν πολύ πιο ισορροπημένα. [...]


   Χωρίς κόμμα οι ιδέες της Ρόζας αναγκαστικά περιορίζονταν στο επίπεδο του σχολιασμού των επαναστατικών γεγονότων. Όταν επισκέφτηκε το Βερολίνο το Νοέμβρη του 1918, ο Ράντεκ σχολίασε: "Ακόμα δεν αισθανόμουν ότι η Λούξεμπουργκ είχε ένα κόμμα". Οι πιο θερμοί και άκριτοι υποστηριχτές της Λούξεμπουργκ, όπως ο  Φρέλιχ, αναγνωρίζουν αυτή την αδυναμία, (αν και ο Φρέλιχ δεν αναγνωρίζει ότι στρατηγικά έπαιξε ανασταλτικό ρόλο την αποφασιστική στιγμή). "Όταν έγινε η επανάσταση ο Σπάρτακος ήταν μόνο μια ομοσπονδία τοπικών ομάδων που υπήρχαν σε όλες σχεδόν τις μεγάλες πόλεις, αλλά δεν ήταν ακόμα ένα πολιτικό κόμμα".



   Ο Χάινριχ Μπράντλερ, επίσης οπαδός της Ρόζας Λούξεμπουργκ και μελλοντικός ηγέτης του γερμανικού ΚΚ, θυμόταν ότι ο Σπάρτακος είχε μόνο 3.000 μέλη στο τέλος του πολέμου. "Και τουλάχιστον οι μισοί ήταν συναισθηματικά ειρηνιστές, όχι Μάρξιστες".



   Μετά την καταστροφή του Γενάρη του 1919, ο Πάουλ Λέβι, που κληρονόμησε την ηγεσία του KPD, έκανε ό,τι μπορούσε για ν' απαλλάξει το κόμμα από τον αριστερισμό του. Στο Συνέδριο του KPD τον Οκτώβρη του 1919 στη Χαϊδελβέργη, αποφάσισε να παρουσιάσει ένα πρόγραμμα που υιοθετούσε τη συμμετοχή στις κοινοβουλευτικές εκλογές και στα συνδικάτα. Σκόπευε να διαγράψει όσους διαφωνούσαν. Η πρότασή του υιοθετήθηκε με 31 ψήφους έναντι 18. Η μειοψηφία έφυγε από το Συνέδριο και αργότερα οργάνωσε το Γερμανικό Εργατικό Κομμουνιστικό Κόμμα (KAPD). Το KPD έχασε σχεδόν τα μισά του μέλη, με τις βαρύτερες απώλειες στο Βερολίνο και σε άλλα μέρη της βόρειας Γερμανίας. 



   Το φθινόπωρο του 1919 το επαναστατικό κύμα υποχωρούσε σ' όλη την κεντρική Ευρώπη. Η αποτυχία στην Ουγγαρία και τη Βαυαρία υπονόμευσε ό,τι απόμενε από την επαναστατική πίστη των μαζών. Η ολοκλήρωση της αποτυχίας του KPD ήρθε με το πραξικόπημα του Καπ.



   Στις 13 Μαρτίου του 1920 οι Γερμανοί στρατηγοί, επικεφαλής ομάδων της Ράιχσβερ, εισέβαλαν στο Βερολίνο και επέβαλαν δεξιά εθνικιστική κυβέρνηση με επικεφαλής έναν Πρώσσο αξιωματούχο, ονόματι Βόλφγκανγκ Καπ ως Καγκελάριο. Μια αποτελεσματική αντεπίθεση ήρθε από τους ηγέτες των συνδικάτων που κάλεσαν γενική απεργία. Όταν καλέστηκε η γενική απεργία ο Λέβι ήταν στη φυλακή και τα άλλα μέλη της κεντρικής επιτροπής από το Βερολίνο εξέδωσαν μια προκήρυξη που καλούσε τους εργάτες "να μην κουνήσουν το δαχτυλάκι τους για τη Δημοκρατία". Είναι αλήθεια ότι τη δεύτερη μέρα της απεργίας, όταν φάνηκε ότι οι κομμουνιστές εργάτες ακολουθούσαν τους συναδέλφους τους στο κάλεσμα των συνδικάτων, η ηγεσία του KPD άλλαξε τη θέση της και υποστήριξε την απεργία. Αλλά η ζημιά της αριστερίστικης "ουδετερότητας" είχε γίνει. Η ηγεσία του KPD πάλι έδειξε την απειρία της. Είχε ξεχάσει τελείως πως οι Μπολσεβίκοι ναύτες είχαν φρουρήσει τα Χειμερινά Ανάκτορα του Κερένσκι ενάντια στο στρατηγό Κορνίλοφ.



Τόνι Κλιφ ΛΕΝΙΝ 1917-1923 Πολιορκημένη Επανάσταση [16] Η προλεταριακή εξόρμηση σκοντάφτει - Η ανάγκη για μια Νέα Πολιτική - Αποτυχία στη Γερμανία. ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΔΙΑΘΕΣΗ ΑΘΗΝΑ:"ΜΑΡΞΙΣΤΙΚΟ ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟ".




Σχόλια

Ο Φασισμός και ο στρατηγικός προσανατολισμός στην πάλη ενάντιά του Παντελής Πουλιόπουλος


Θρησκεία και κινήματα Νίκος Λούντος


Η Γκουέρνικα του Πικάσο Σκοτ Τζόνσον